Από το ημερολόγιο ενός ψυχαναλυτή

Χτυπάει κάθε τόσο το τηλέφωνο ενός ψυχοθεραπευτή και από την άλλη άκρη της ασύρματης σύνδεσης ακούγεται μια δραματική φωνή που ζητάει βοήθεια. Ζει λέει μια τραγωδία. Έχει Αϋπνίες, αρνείται να δοκιμάσει ξανά νέες σχέσεις, δεν ξέρει αν πρέπει να πάρει ηρεμιστικά. Έχει χάσει τον εαυτό του, τον εαυτό της. Κάποια φορά, ερεθισμένος από την μελοδραματικότητα μιας ικεσίας να δεχτώ τη συνεδρία, ρώτησα πρόωρα: Ποιον εαυτό σας χάσατε;

Από την άλλη άκρη της γραμμής το πρόσωπο που καλούσε σιώπησε, ίσως θεώρησε ειρωνική την ερώτησή μου. Δεν ήταν. Ήταν μονάχα, όπως είπα, πρόωρη. Γιατί στην πορεία των αναλύσεων το ζητούμενο είναι πάντα ένα, το να καταλήξεις στο ίδιο, τόσο απλό όσο και αδιανόητο, ερώτημα προς τον αναλυόμενο: Για ποιον εαυτό σου μιλάμε τόσες ώρες; Γνωρίζεις;

Ξαναμπαίνω στον πειρασμό να γλιστρήσω μέσα στα παρακλάδια του θέματος. Αλλά φοβάμαι, πως το θέμα είναι συχνότατα τα ίδια τα παρακλάδια, ή κρύβεται θαυμάσια από κάτω τους. Ας προσπαθήσω όμως να διηγούμαι πιο συμβατικά, με αρχή, μέση και τέλος, έτσι δηλαδή όπως δεν είναι η ζωή. Έχουμε συνηθίσει να νομίζουμε, πως έτσι συνεννοούμαστε καλύτερα, με σχήματα γραμμικά και διευκολυντικά.

Ο άντρας από το τηλέφωνο παρακαλά να τον δεχθώ όσο γίνεται πιο σύντομα, και σήμερα αν είναι δυνατόν, θα μου το χρωστάει. Ο ψυχικός πόνος μοιάζει με τον πονόδοντο, ζητά επιτακτική ανακούφιση, στη μεγάλη ανάγκη νάρκωση, αδύνατο να περιμένει. Μοιάζει, αλλά δεν είναι πονόδοντος. Ο πονόδοντος είναι σταθερός, ενώ ο ψυχολογικός πόνος κυκλοθυμικός, πάει κι έρχεται, εναλλάσσεται με άλλες κι άλλες αποφάσεις, ρέπει στην αμφιθυμία.

Κανονίζουμε να βρεθούμε δυο μέρες μετά διότι οι θεμιτές υπερβολές του, όπως τις εισπράττω, με ωθούν να πιστεύω πως αντέχει να περιμένει άλλα δυο εικοσιτετράωρα μέχρι να βρω κι εγώ μια άνεση στο πρόγραμμά μου. Προσπαθώ να μην έχω ενοχές για επί πλέον αγωνίες που επιβάλω σε ένα «ασθενή» που επιμένει στη ζωή του ανώριμος, άρα εσαεί και ματαίως ψευδοτραυματίας.

Έρχεται λίγο πριν την ώρα του το απόγευμα που ορίσαμε, κάθεται στην άκρη του καναπέ, ζητά να πιάνει ελάχιστο χώρο, να μην ενοχλεί, να υπονοεί την πληγωμένη του αυτοπεποίθηση, την ασημαντότητά του που καθόλου όμως δεν πιστεύει. Πιο πολύ τα κάνει για να μου γίνει συμπαθής, αξιαγάπητος, να υποχωρώ, να τον πιστεύω όπως θα μου τα εξιστορήσει, και να συμφωνήσω με τα δικά του συμπεράσματα που θέλει να μου εκθέσει. Έχει ήδη κάνει διάγνωση, φιλοσοφική και κοινωνική ανάλυση, ενίοτε και θεολογική πάνω στο δράμα του. Έχει κρίνει την άλλη, τους τρίτους που εμπλέκονται. Έχει καταλήξει για το τι θέλει να του προσφέρω ως θεραπεία. Εμένα με χρειάζεται όχι για κάποια καλή συμβουλή, αλλά για να επιβεβαιώσω με το επίσημο δίπλωμά μου τα όσα εκείνος από μόνος του ξέρει. Αν του τα ανατρέψω θα σοκαριστεί, θα θυμώσει, θα με βγάλει άχρηστο, θα σηκωθεί να φύγει. Ή θα παραμείνει και θα ξεκινήσει να κάνει δουλειά μπαίνοντας στη ζόρικη αλλά συναρπαστική περιπέτεια μιας αλήθειας. Η επαφή με την πραγματικότητα, είναι κατά τον Φρόιντ πάντα η γιατρειά μας. Το ξαναλέω. Η αλήθεια και μόνο η αλήθεια θα σας ελευθερώσει, βεβαίωνε αιώνες προ Φρόιντ ο Χριστός.

Έτσι κατά κανόνα ξεκινούν οι ψυχοθεραπείες μας και αναλόγως πορεύονται. Υπάρχουν εξαιρέσεις, θετικότερες ή αρνητικότερες εκδοχές, όμως συνήθως έτσι αρχίζουμε να βλέπουμε ένα βασανισμένο ή αυτοβασανιζόμενο πλάσμα.

Εκτός από το βαρύ πλήγμα του ερωτικού χωρισμού, υπάρχει κάτι που κατατρώει τον κάθε χωρισμένο: Το ποιος πρόλαβε και έφυγε πρώτος από τον δεσμό. Ποιος εγκατέλειψε τον δεσμό τους. Ποιος είπε πρώτος το τελικό αντίο. Είναι ασύλληπτο το πόσο τυραννά ετούτη η πρωτιά εκείνον που δεν την πρόλαβε. Δεν γίνεται, ούτε μπορώ να περιγράψω το μέγεθος της οδύνης και της ντροπής που προξενεί, ούτε χρειάζεται άλλωστε, το γνωρίζουμε όλοι μας από τον εαυτό μας, από ένα ζοφερό κεφάλαιο της βιογραφίας μας.

Υπάρχουν άνθρωποι που πανικόβλητοι μήπως το ταίρι τους τούς εγκαταλείψει πρώτο, διαλύουν μια σχέση όταν κάτι στραβώνει, προκειμένου να αποφύγουν τη συμφορά να βρεθούν αποδιωγμένοι. Στερούνται άνευ λόγου την πιθανή επιτυχία μιας αγάπης από τρόμο μην τους απορρίψει εκείνη. Είναι οι αδύναμοι χαρακτήρες για τους οποίους ο πληγωμένος εγωισμός είναι κατά πολύ πιο αβάσταχτος από την πληγωμένη καρδιά. Η εικόνα τους πολύ σημαντικότερη από την εσωτερική ζωή τους. Για την εικόνα επιλέγουν ό,τι επιλέγουν, για την εικόνα θυσιάζονται και θυσιάζουν, λόγω εικόνας πάσχουν και τρελαίνονται.

Αρκετές φορές έχω ρωτήσει έναν εγκαταλελειμένο μάρτυρα: «Τι σε πονάει περισσότερο η καρδιά σου ή ο εγωισμός σου;» Κατά κανόνα μια τέτοια ερώτηση τους αγγίζει βαθύτατα, γιατί είναι μια πολύ σοβαρή ερώτηση, το αντιλαμβάνονται και οι ίδιοι, πέφτουν σε περίσκεψη, ο μεγάλος πόνος που βιώνουν επιτάσσει να ανακουφιστεί, δέχονται κάθε πιθανότητα κι ας τους χαλάει τη βιτρίνα. Τι όντα θα είμασταν αν δεν πονούσαμε πότε-πότε!…

Έχω επανειλημμένως προσέξει πόσο καλό κάνει να πω σε έναν, σε μια, που προδόθηκε: «Μα δεν σε άφησε, τον άφησες κατά βάθος εσύ, εσύ τον ώθησες να σε χωρίσει. Για σκέψου το!»

Αμέσως ξαστερώνει το πρόσωπό τους, βρίσκουν πλήθος λόγους πως φταίνε οι ίδιοι μάλλον, δεν απορρίφθηκαν ακριβώς. Γιατί επιθυμούν να φταίνε, είναι ο ίδιοι που στην πραγματικότητα επέλεξαν τη διάλυση. Όταν «φταις» θα πει πως είχες εξουσία πάνω σε όσα συνέβησαν, είναι πολύ πιο ταπεινωτικό να σε βλάπτουν αδίκως, αποδεικνύεσαι εκτός από προδομένος και ηλίθιος.

Τελοσπάντων, γνωρίζω περιπτώσεις που ενώ το ένα μέρος του γάμου, ή όποιου δεσμού, επί χρόνια ευχόταν, προσευχόταν και προσπαθούσε να διαλύσει τον αποτυχημένο ήδη γάμο του, μόλις αντιλήφθηκε πως το ταίρι του ετοιμάζεται να τον χωρίσει, αλλάζει εντελώς ρότα και συναισθήματα. Οι περισσότεροι, όλοι μας περίπου, κατά βάθος θέλουμε μεν να χωρίσουμε, αλλά ο άλλος να μην το θέλει. Εμείς να ελευθερωνόμαστε, αλλά αυτός να υποφέρει, να τον λυπόμαστε, να εξομολογούμαστε στους φίλους τις βαριές μας ενοχές που τον πληγώνουμε, αλλά τι να κάνουμε… Δεν γινόταν αλλιώς, δεν πήγαινε άλλο…

Αν δεν εξελιχθεί έτσι περίπου ο χωρισμός, αν μάλιστα προλάβει να ζητήσει διαζύγιο πρώτος εκείνος που θεωρούμε θύμα μας, δεν αποκλείεται και να τον ερωτευτούμε ξανά από την αρχή. Ερωτευόμαστε πιο τρελά όσους δεν είναι του χεριού μας.

Γνωρίζω, επίσης, ανθρώπους που κατάφεραν να τα ξαναφτιάξουν με μια παλιά αγάπη που κάποτε τους εγκατέλειψε, με στόχο να την εγκαταλείψουν τούτη τη φορά εκείνοι. Στις δυο, όμως, από τις τρεις περιπτώσεις που ξέρω, η παλιά αγάπη ξαναπρόδωσε το παλιό θύμα της. Είναι να το έχεις στο αίμα σου!

Η καρδιά και ο εγωισμός, ενώ είναι εσωτερικοί τόποι εντελώς αλλιώτικοι και με την πυξίδα αλλού κι αλλού, καταφέρνουν να μπερδεύονται γλυκά, πικρά, και ανόητα. Μάλλον οφείλεται στο ότι ο εγωισμός είναι τέρας υποκριτικών ικανοτήτων, τόσο ικανών που πρώτους εξαπατά εμάς τους ίδιους που τον φέρουμε.

Γι’ αυτά κι αυτά, η ζήλεια είναι ο πιο επιδέξιος προξενητής.

  • Απόσπασμα από το βιβλίο της Μάρως Βαμβουνάκη, «Σιωπάς για να ακούγεσαι», εκδόσεις Ψυχογιός

Πηγή: fractalart.gr

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s