καλή Ανά-Σταση!

Advertisements

{ Ο Πειρασμός}

Στρουφογύρισε με αγωνία ο Ιησούς τα μάτια, κοίταξε  είχε απομείνει μόνος είχαν αφανιστεί η αυλή και το σπίτι, τα δέντρα, οι πόρτες του χωριού, το χωριό, και μονάχα, κάτω από τα πόδια του, πέτρες αιματωμένες πέτρες, και πέρα, πιο χαμηλά, στο σκοτάδι, χιλιάδες κεφάλια λαός.

Έβαλε όλη του τη δύναμη να δει που βρίσκεται, ποιος ήταν, γιατί πονούσε  ήθελε ν’ αποσώσει την κραυγή, να φωνάξει                                     «Λαμά σαβαχθανί. . . », έκαμε να κουνήσει τα χείλια του, δεν μπορούσε ζαλίστηκε, του ‘ρχουνταν λιποθυμιά, γκρεμίζουνταν μέσα στο νου του και χάνουνταν …

Μα άξαφνα, εκεί που γκρεμίζουνταν και χάνουνταν, κάποιος, κάτω στη γης, θα τον λυπήθηκε, ένα καλάμι τεντώθηκε μπροστά του κι ένα σφουγγάρι, βουτημένο στο ξίδι, ακούμπησε στα χείλια του και στα ρουθούνια. Ανάσανε βαθιά τη δριμιά μυρωδιά, συνήφερε  φούσκωσε το στήθος του, κοίταξε τον ουρανό κι έσυρε φωνή σπαραχτικιά:

– Λαμά σαβαχθανί! κι έγειρε ευτύς το κεφάλι, εξαντλημένος.

Ένιωσε φοβερούς πόνους στα χέρια, στα πόδια και στην καρδιά του  ξεθάμπωσαν τα μάτια του, είδε το αγκάθινο στεφάνι, τα αίματα, το σταυρό, και μέσα στο σκοτεινιασμένον ήλιο δυο χρυσοί χαλκάδες στραφτάλισαν και δυο σειρές κοφτερά κάτασπρα δόντια  δροσερό περιπαιχτικό γέλιο ακούστηκε, χαλκάδες και δόντια αφανίστηκαν  απόμεινε ο Ιησούς κρεμάμενος στον αγέρα, μόνος.

Τίναξε το κεφάλι, κι όλο με μιας θυμήθηκε πού βρίσκουνταν, ποιος ήταν και γιατί πονούσε γρια αδάμαστη χαρά τον συνεπήρε  όχι, όχι, δεν ήταν άναντρος, λιποτάχτης, προδότης  όχι, όχι, ήταν καρφωμένος στο σταυρό, τίμια στάθηκε ως το τέλος, κράτησε το λόγο του μια αστραπή, τη στιγμή που φώναξε «Ηλi! Ηλί!» και λιποθύμησε, τον άρπαξε ο Πειρασμός και τον πλάνεσε  ψέματα οι χαρές, οι παντρειές, τα παιδιά ψέματα τα χούφταλα, ξευτελισμένα γεροντάκια, που τον φώναζαν άναντρο, λιποτάχτη, προδότη όλα, όλα, φαντάσματα του Πονηρού! Ζουν και βασιλεύουν οι Μαθητές του, πήραν τις στεριές και τις θάλασσες και διαλαλούν το Καλό Μαντάτο, τα πάντα έγιναν όπως πρέπει, δόξα σοι ο Θεός!

Έσυρε φωνή θριαμβευτικιά:

– Τετέλεσται!

κι ήταν σα να ‘λεγε: Όλα αρχίζουν.

  • Απόσπασμα από το βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη, Ο Τελευταίος Πειρασμός, εκδόσεις Καζαντζάκη
  • El Greco, Crucifixion (Prado), 1600

{Δεν υπάρχει άλλος δρόμος;}

Μπήκε μπροστά ο Ιησούς, πήραν το δρόμο κατά την Ιερουσαλήμ  το γεμάτο φεγγάρι ανέβαινε από τα μωαβίτικα βουνά, ο ήλιος κατέβαινε πίσω από τα βουνά της Ιουδαίας  στάθηκαν μια στιγμή τα δυο ετούτα μεγάλα στολίδια τ’ ουρανού και κοιτάχτηκαν- κι ύστερα, το ένα πήρε απάνω, το άλλο βούλιαξε.

Έγνεψε ο  Ιησούς στον Ιούδα, κι αυτός ήρθε και στάθηκε δίπλα του  θα ‘χαν κρυφές κουβέντες οι δυο τους, γιατί μιλούσαν σιγά, και πότε έσκυβε το κεφάλι του ο Ιησούς, πότε ο Ιούδας, και φλωροζύγιαζαν τα λόγια τους, να δώσει ο ένας απόκριση στον άλλο.

– Συχώρεσέ με, Ιούδα αδερφέ μου, έλεγε ο Ιησούς, μα πρέπει.

– Κι άλλη φορά σε ρώτησα, ραβή, δεν υπάρχει άλλος δρόμος;

– Όχι, Ιούδα αδερφέ μου· κι εγώ θα το ‘θελα, ως τα τώρα το ‘λπιζα κι εγώ και περίμενα· του κάκου· όχι, δρόμος άλλος δεν υπάρχει· έφτασε η συντέλεια του αιώνα· θα γκρεμιστεί ο κόσμος ετoύτoς, η βασιλεία του Πονηρού· θα ‘ρθει η βασιλεία των ουρανών· εγώ θα τη φέρω· πώς;  πεθαίνοντας· δρόμος άλλος δεν υπάρχει. Μην τινάζεσαι, Ιούδα αδερφέ μου· σε τρεις μέρες θ’ αναστηθώ.

– Μου το λες για να με παρηγορήσεις, για να με κάμεις να σε προδώσω, δίχως να σπαραχτεί η καρδιά μου· λες πως αντέχω, για να μου δώσεις κουράγιο· όχι, όσο ζυγώνουμε στη φοβερή στιγμή, όχι, δεν αντέχω, ραβή μου!

– Αντέχεις, Ιούδα αδερφέ μου· ο Θεός να σου δώσει τη δύναμη, όση σου λείπει, γιατί πρέπει· πρέπει εγώ να σκοτωθώ κι εσύ να με προδώσεις εμείς οι δυο πρέπει να σώσουμε τον κόσμο· βόηθα με.

Ο Ιούδας έσκυψε το κεφάλι, και σε λίγο:

– Αν ήταν εσύ να πρόδινες το δάσκαλό σου, θα το ‘κανες;

Πολλήν ώρα έμεινε ο Ιησoύς συλλογισμένος· τέλος:

– Όχι, είπε, φoβάμαι πως δε θα μπoρoύσα· γι’ αυτό κι ο Θεός με λυπήθηκε και μου ‘δωκε το χρέος το πιο εύκολο: να σταυρωθώ.

  • Απόσπασμα από το βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη, Ο Τελευταίος Πειρασμός, εκδόσεις Καζαντζάκη
  • Salvador Dalí, The Sacrament of the Last Supper, 1955

Κώστας Βάρναλης, Η αγωνία του Ιούδα

Μια από κείνες τις ανοιξιάτικες βραδιές, που η κουφοβράση κι η πνιγούρα μαζί με τις μακρινές αστραπές μηνάνε καταιγίδα.

Ο Ιούδας ξέκοψε, κατά τη συνήθεια του, από τους άλλους συντρόφους, που κρυμμένοι μέσα σ’ έν’ αμπέλι, μοιράζονται ό,τι αυτός κατάφερε να τους έβρει για φαγί. Και προσεύχονται.

Ο ορισμένος από τις Γραφές παράνομος μαθητής ανέβηκε πάνου σ’ ένα λόφον από άμμο. Μορφή αχαμνή, νέος ακόμα, φαίνεται να ’χει πολύ υποφέρει.

Για πρώτη φορά ο πόνος κι η απελπισιά καθαρίζουν έτσι καλά τη σκέψη του και της δίνουνε μια τραγική στροφή.

Τα χείλη του, καθώς τα σφίγγει, παίρνουνε, θαρρείς, το σκήμα του φιλιού.

 

Αμμόσκονη πολλά ψιλή, δίχως αγέρα μήδ’ αχό,

πνίγει τον κόκκινο ουρανό, που δίχως ήλιο ανάβει.

Λιγάκι ψήλος αερινό, μια στάλ’ ανάσα, — αγκομαχώ!

Άμποτε να με βούλιαζε ξυλάρμενο καράβι,

ω βράδυ καλοκαιρινόν, η μπόρ’ αυτή, που αστράβει.

 

Βλέπω την πόλη από μακριά, την Άγια Πόλη, π’ αγαπώ.

Απάνω της μια χαρακιά γραμμένη με το μέλι.

Απ’ την κλεισμένη μου καρδιά περνάς, σοκάκι χαρωπό,

γλιστράς, γυναίκα, πράσινο μέσα στο κύμα χέλι, —

την ερημιά βαρέθηκα κι η πόλη δε μας θέλει!

 

Ξυπόλυτοι, μ’ ένα ραβδί κι ένα ταγάρι σταυρωτά,

τη μέρα να κρυβόμαστε, τη νύχτα να δρομάμε,

—ξυπνούν αλάργα τα σκυλιά και μας γαβγίζουν σερπετά·

πόσες ημέρες νηστικοί, θυμάμαι δε θυμάμαι!—

αχ! δε βαστώ, καρδούλα μου, κι ό,τι λογιάζεις κάμε.

 

Άρχισε να κλονίζεται και δεν το κρύβει πια ο Θωμάς.

Ο Πέτρος κακομίλητος τα φρύδια του ζαρώνει.

Και ξαφνικά ξεκόβοντας ο νιος Ιωάννης από μας

παραλαλεί κι αλλόκοτα φαντάσματα ξαμώνει.

 

Όλους μάς καταντήσατε φαντάσματ’ άγρια, Πόνοι!

Καρδιά, πουλί τρεμάμενο, χωρίς φωλιά πάνω στη Γη,

κυνηγημένη πας ομπρός και πίσω δε γυρίζεις.

Τί να ’ναι τάχα: θέληση, φόβος, συνήθεια προσταγή;…

Μα κάπου θα ’ναι ανάπαψη, κάπου γαλήνια ορθρίζεις

σε θάλασσα και σε πλαγιές, Άνοιξη, που μυρίζεις.

 

Μα κείνος τίποτα δε λέει. Διάφανο σώμα κι αδειανό

πάνου απ’ το χώμα σηκωτό βαδίζει στον αέρα.

Στα νοτισμένα μάτια του κοιτάς τον άπατο ουρανό.

Λόγος γλυκύς, που, κι αν μιλά κι αν δε μιλά, κοφτέρα

βυθίζεται μες στις καρδιές σε νύχτα και σε μέρα.

 

Στην Άγια Πόλη ως μπήκαμε — βάγια πολλά και φοινικιές! —

και ξένοι αρχόντοι και δικοί κρυμμένοι τρέμαν όλοι,

γιατ’ άνεμος ξεσήκωνε τα πλήθη (ελπίδες ξαφνικές!)

του ’πα σιγά: — «Τώρα καιρός για τη Μεγάλη Σκόλη!»

— «Ουράνιο το βασίλειο μου κι ουράνια, μάθε, η Πόλη»!

 

Μ’ αρνιέσαι τάφο, Θάνατε, πώς θα με φέρεις στη Χαρά;

Βαθιά στο χώμα, οργιές πολλές, μονάχα κρύα σκουλήκια.

Τούτ’ η καρδιά, και που μισεί και δικιοσύνη λαχταρά,

ζητάει δικά της δω στη Γης δυο πιθαμές χαλίκια,

απ’ τ’ αγαθά, που ’δώσε ο Θεός, ζητάει μερίδα δίκια!

 

Ποιος το φτωχό μου το κορμί και την ψυχή μου τη φτωχιά

απ’ τον κρυφό το Φαρισαίο κι απ’ τον τραχύ Λατίνο,

από τον ξένο γέρακα θα σώσει κι απ’ την ντόπια οχιά;

Αυτούς σ’ ατάραγη ζωή κι αράθυμη ν’ αφήνω

κι εγώ ανεμόσκαλα σωμού στο γαλανό να στήνω;

 

Δεν είναι μοναχά η δικιά μου μοίρα, που με τυραννά,

μαύροι συντρόφοι της δουλειάς και της απελπισίας.

Ήλιος ζεστός και γόνιμος τα χρόνια μας τα σκοτεινά

για κείνους, που την αρετή μάς θέλουν της θυσίας.

Ήρθε γι’ αυτούς, — για μας ακόμ’ αργεί ο ωραίος Μεσσίας.

 

Σε λογισμό και σε καρδιάν ανάμεσα όχτρητα πολλή.

Καθάρια το πρεπούμενο στο νου μου λαγαρίζει,

μα σίντα πάω να κουνηθώ λίγο, το σώμα παραλεί,

πιότερο σφίγγει τ’ άλυτο σκοινί Του, που μ’ ορίζει·

ψυχή και σώμ’ αντίμαχα σε δυο μού τα χωρίζει.

(Θυμάται τη μάνα του)

Τα κλάηματά σου, μάνα μου, φτάνουν εδώ στην ερημιά.

Μες στα λιγνά χεράκια σου νυχτόημερα δεμένη,

ώρες κοιτώντας χαμηλά τελειώνεις με λιγοθυμιά.

Μες στ’ άδειο σου θυμητικό άλλο από με δε μένει.

Του ζωντανού θανάτου εμείς χρόνια καταραμένοι!

 

Για σας, μανάδες κι αδερφοί και τώρα κι ύστερα, σιγά

θα κάνω απόψε, που νογώ, της ανταρσίας το κρίμα.

Και ξέρω τι καταλαλιά τη μνήμη μου θα κυνηγά!

Αν δεν πετύχει τούτο δα το πρώτο μέγα βήμα,

θα πουν οι εμπόροι των θεών: «Τον πρόδωσε για χρήμα»!

 

  • Κώστας Βάρναλης, “Σκλάβοι πολιορκημένοι ”
  • φωτογραφία από έργο του Νικολάου Γύζη, «Ιδού ο Νυμφίος», σπουδή, λάδι σε πανί, 28×26 εκ., Εθνική Πινακοθήκη, Αθήνα

 

Γιάννης Βαρβέρης, Η μητέρα του Ιούδα

Παιδί μου

ότι μάλλον Τον πρόδωσες

αντάρτη ενός Μεσσία που περιμέναμε

το ξέρω.

Όσο για το ευτελές ποσό που επέστρεψες

και για το δέντρο που εμπιστεύτηκες

είναι τα πιο πιστά δηνάρια μετανοίας.

 

Στον άθλιο τόπο τώρα εδώ

ήρθα για να μυρώσω το νεκρό σου σώμα.

Σαν μάνα

εγώ σ’ έχω ήδη συγχωρέσει.

Όμως σπαράζω γιατί αν όλοι

οι πεθαμένοι αυτού του κόσμου

κάποτε συγχωρεθούν

εσύ θα μείνεις έξω απ’ το έλεός Του.

Μόνο μια ελπίδα, γιε μου, με ζεσταίνει:

είναι η συγχώρεση από μάνα

από την Παναγιά

 

και Της φιλώ το χέρι.

 

  • Γιάννης Βαρβέρης, από τη συλλογή ποιημάτων: “Ο άνθρωπος μόνος”, εκδόσεις Κέδρος
  • φωτογραφία από έργο του Νικολάου Γύζη, «Ιδού ο Νυμφίος», λάδι σε πανί, 200×200 εκ., Εθνική Πινακοθήκη, Αθήνα

Τα Χαρίσματα θεραπεύουν

Κάθε άνθρωπος έχει τα χαρίσματα, καθώς και τις αδυναμίες του, οι οποίες δεν είναι παρά τα συμπτώματα των χαρισμάτων που δεν έχουν εκφραστεί. Γι’ αυτό, η προσωπική του ολοκλήρωση είναι εφικτή όταν εστιάζει περισσότερο στα χαρίσματα και όχι στα ελαττώματά του.

Το παρελθόν ή η προσωπική ιστορία δεν παίζουν τόσο σημαντικό ρόλο όσο νομίζουμε ή θέλουμε να πιστεύουμε. Ως εκ τούτου, η μη προσκόλληση στο παρελθόν, άρα στο χρόνο ή στα γεγονότα που συνδέονται με το «εγώ», μας βοηθάει στην έκφραση των χαρισμάτων μας.

Ο άνθρωπος επηρεάζεται πολύ περισσότερο από το φόβο του για το μέλλον παρά για το παρελθόν, κάτι που σημαίνει ότι, ο δρόμος της απελευθέρωσής του από τα στενά όρια του χρόνου, προϋποθέτει ότι αναλαμβάνει την υπευθυνότητα του εαυτού του, αντί να αποδίδει το φταίξιμο κάπου αλλού, δηλαδή, είτε στην προσωπική του ιστορία είτε στους άλλους.

Η θλίψη είναι το συναίσθημα-κλειδί, το οποίο έχει τη δυνατότητα να μεταμορφώσει το φόβο σε εσωτερική γαλήνη και τελικά σε αγάπη. Η θλίψη υπάρχει στην απουσία της δράσης και των γνώσεων.

Η πλειονότητα των ασθενειών, ειδικότερα των ψυχολογικών, είναι αποτέλεσμα της έλλειψης προοπτικής στη ζωή του ανθρώπου.

Η έκφραση της αγάπης, η οποία αποτελεί την ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης, δεν εξαρτάται από το αν έχουμε ή όχι εισπράξει αγάπη στη ζωή μας.

  • Αποσπάσματα από το βιβλίο του Μάνουελ Σοχ «Τα Χαρίσματα θεραπεύουν», εκδόσεις Ισόρροπον
  • Πηγή: Time Therapy

Μίλτος Σαχτούρης, Οι απομείναντες

Όμως υπάρχουν ακόμα

λίγοι άνθρωποι

που δεν είναι κόλαση

η ζωή τους

υπάρχει το μικρό πουλί ο κιτρινολαίμης

η Fräulein Ramser

και πάντοτε του ήλιου οι απομείναντες

οι ερωτευμένοι με ήλιο ή με φεγγάρι

ψάξε καλά

βρες τους, Ποιητή!

κατάγραψέ τους προσεχτικά

γιατί όσο παν και λιγοστεύουν

λιγοστεύουν

  • Μίλτος Σαχτούρης, από τη συλλογή Χρωμοτραύματα (1980)

από την παραβολή των ταλάντων

Τῷ γὰρ ἔχοντι παντὶ δοθήσεται καὶ περισσευθήσεται, ἀπὸ δὲ τοῦ μὴ ἔχοντος καὶ ὃ ἔχει ἀρθήσεται ἀπ’ αὐτοῦ.

(Γιατί στον καθένα που έχει, θα δοθούν και άλλα και θα περισσέψουν. Από κείνον όμως που δεν έχει, θα του αφαιρεθεί και κείνο που έχει.)

Ματθαίου κεφ. κε’