{Τα μυστικά του ποταμού}

Τώρα κατάλαβε ο Σιντάρτα γιατί σαν βραχμάνος και σαν ασκητής πάλεψε τόσο μάταια με αυτό το Εγώ. Η υπερβολική γνώση τον είχε εμποδίσει, οι πάμπολλοι ιεροί στίχοι και οι κανόνες των θυσιών, οι τόσες ταλαιπωρίες, οι πράξεις και οι προσπάθειες! Ήταν γεμάτος υπερηφάνεια, πάντα ο πιο έξυπνος, ο πιο δραστήριος, πάντα ένα βήμα πιο μπροστά απ ‘ τους άλλους, με πάμπολλες γνώσεις και πνευματώδης, πάντα ιερέας ή σοφός. Σ’ αυτή την ιεροσύνη, σ’ αυτή την υπεροψία, σ΄ αυτήν την πνευματικότητα είχε χωθεί το Εγώ του, εκεί καθόταν με νηστείες και ποινές. Τώρα το έβλεπε και κατάλαβε ότι η μυστική φωνή είχε δίκιο, ότι κανένας δάσκαλος δεν μπορούσε να τον λυτρώσει. Γι΄αυτό έπρεπε να πάει στον κόσμο, έπρεπε να χάσει τον εαυτό του στις απολαύσεις και τη δύναμη, στις γυναίκες και τα χρήματα, έπρεπε να γίνει έμπορος, παίχτης ζαριών, πότης και άπληστος μέχρι να πεθάνουν μέσα του ο ιερέας και ο σαμάνος. Γι΄ αυτό έπρεπε να υποφέρει αυτά τα απαίσια χρόνια, να βαστάξει την αηδία, την κενότητα, τον παραλογισμό μιας άθλιας και χαμένης ζωής μέχρι το τέλος, μέχρι την πικρότερη απογοήτευση, ώσπου να μπορέσει να πεθάνει ακόμη και ο φιλήδονος Σιντάρτα και ο άπληστος Σιντάρτα. Πέθανε και από τον ύπνο ξύπνησε ένας νέος Σιντάρτα και ήταν γεμάτος χαρά.

Αυτές τις σκέψεις έκανε, και άκουγε χαμογελώντας το στομάχι του και άκουγε ευγνώμονας μια μέλισσα που βούιζε. Κοίταζε χαρούμενα τον ποταμό που κυλούσε, ποτέ νερό δεν του είχε αρέσει τόσο όσο αυτό, ποτέ δεν είχε ακούσει τόσο δυνατά και τόσο όμορφα τη φωνή και την αλληγορία του νερού που έτρεχε. Του φαινόταν ότι το ποτάμι είχε να του πει κάτι ξεχωριστό, κάτι που ακόμα δεν ήξερε, που ακόμα τον περίμενε. Σ’αυτόν τον ποταμό ήθελε ο Σιντάρτα να πνιγεί , σ΄αυτόν είχε πνιγεί σήμερα ο γερασμένος, κουρασμένος και απελπισμένος Σιντάρτα. Ο ξαναγεννημένος όμως Σιντάρτα αισθανόταν μια βαθιά αγάπη για το νερό που κυλούσε και αποφάσισε να μην το εγκαταλείψει σύντομα. Σ’ αυτό το ποτάμι θέλω να μείνω, σκέφτηκε ο Σιντάρτα. Είναι το ίδιο που πέρασα κάποτε πηγαίνοντας στους ανθρώπους — παιδιά και με είχε οδηγήσει τότε ένας καλοσυνάτος περαματάρης. Από την καλύβα του ξεκίνησε κάποτε ο δρόμος για την καινούργια ζωή, που τώρα γέρασε και πέθανε — ας ξεκινήσει λοιπόν και ο τωρινός μου δρόμος, η τωρινή καινούργια μου ζωή από κει!

Κοίταζε με τρυφερότητα το νερό που κυλούσε, το διάφανο πράσινο, τις κρυστάλλινες γραμμές του μυστικού του σχεδίου. Έβλεπε ν’ ανεβαίνουν από το βυθό λαμπερά μαργαριτάρια, να κολυμπούν ήσυχα στον καθρέφτη φυσαλίδες, να καθρεφτίζεται το γαλάζιο του ουρανού. Το ποτάμι τον κοίταζε με χίλια μάτια, πράσινα, άσπρα, κρυστάλλινα, γαλάζια. Πόσο αγαπούσε αυτό το νερό, πόσο τον γοήτευε, πόσο του ήταν ευγνώμονας! Άκουγε στην καρδιά του τη φωνή, που μόλις είχε ξυπνήσει και του έλεγε: Αγάπησε αυτό το νερό! Ζήσε μαζί του! Μάθε από αυτό! Α ναι, ήθελε να διδαχθεί απ’ αυτό, ήθελε να το ακούσει. Όποιος καταλάβαινε αυτό το νερό με το μυστικό του, έτσι του φαινόταν, αυτός θα καταλάβαινε πολλά πράγματα ακόμα, πολλά μυστικά, όλα τα μυστικά.

Από τα μυστικά όμως του ποταμού σήμερα έβλεπε μόνο ένα, που άγγιζε την ψυχή του. Έβλεπε: αυτό το νερό έτρεχε, έτρεχε συνεχώς και ήταν πάντα εκεί, ήταν πάντα το Ίδιο, αλλά και κάθε στιγμή καινούργιο. Ποιος θα μπορούσε να το συλλάβει αυτό, να το καταλάβει! Αυτός δεν το καταλάβαινε, δεν μπορούσε να το συλλάβει, ένιωθε μόνο ένα προαίσθημα να τον ταράζει, μια μακρινή ανάμνηση, κάποιες θεϊκές φωνές.

*Απόσπασμα από το βιβλίο του Έρμαν  Έσσε, Σιντάρτα, εκδόσεις ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s