Οδυσσέας Ελύτης

Ο Οδυσσέας Ελύτης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Οδυσσέα Αλεπουδέλη) γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, γιος του εργοστασιάρχη σαπωνοποιίας Παναγιώτη Θ. Αλεπουδέλη και της Μαρίας το γένος Βρανά, που κατάγονταν από τη Μυτιλήνη. Είχε τέσσερις αδερφούς και μια αδερφή τη Μυρσίνη, που πέθανε σε ηλικία είκοσι χρόνων το 1918. Το 1914 το εργοστάσιο μεταφέρθηκε στον Πειραιά και η οικογένεια Αλεπουδέλη εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Λόγω της πολιτικής τοποθέτησής του υπέρ του Βενιζέλου, ο Παναγιώτης Αλεπουδέλης φυλακίστηκε και η οικογένειά του διώχτηκε (1920).

Ο Οδυσσέας φοίτησε στο ιδιωτικό λύκειο Δ.Ν.Μακρή (1917-1924) με δασκάλους μεταξύ άλλων τους Ι.Μ.Παναγιωτόπουλο, Ι.Θ. Κακριδή και Γιάννη Αποστολάκη. Σε παιδική και νεανική ηλικία ταξίδεψε στην Ελλάδα (κυρίως στα νησιά του Αιγαίου) και την Ευρώπη. Το 1924 γράφτηκε στο Γ΄ Γυμνάσιο Αρρένων στην Αθήνα (από όπου αποφοίτησε το 1928) και άρχισε να γράφει στη Διάπλαση των Παίδων. Το καλοκαίρι του επόμενου χρόνου πέθανε ο πατέρας του από πνευμονία. Από το 1927 ξεκίνησε το εντεινόμενο ενδιαφέρον του για τη λογοτεχνία.

Το 1929 θεωρείται ως ορόσημο στη ζωή του Ελύτη. Τότε ήρθε σε επαφή με τον Υπερρεαλισμό, μέσω της ποίησης του Λόρκα και του Ελυάρ και έγραψε τα πρώτα του ποιήματα. Τον επόμενο χρόνο γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1933 έγινε μέλος της Ιδεοκρατικής Φιλοσοφικής Ομάδας του Πανεπιστημίου, μαζί με τους Κωνσταντίνο Τσάτσο, Π.Κανελλόπουλο, Θεόδωρο Συκουτρή και άλλους. Το 1935 ταξίδεψε στη Μυτιλήνη μαζί με τον Ανδρέα Εμπειρίκο, όπου γνώρισε τη ζωγραφική του Θεόφιλου. Γνωρίστηκε επίσης με τους Κ.Γ.Κατσίμπαλη, Γιώργο Σεφέρη, Γιώργο Θεοτοκά και Α.Καραντώνη, ιδρυτές των Νέων Γραμμάτων, όπου πρωτοδημοσίευσε ποιήματα με το ψευδώνυμο Ελύτης. Το 1936 γνωρίστηκε με τον μετέπειτα στενό φίλο του Νίκο Γκάτσο και στο τέλος του χρόνου κατατάχτηκε στο στρατό, στη σχολή εφέδρων αξιωματικών της Κέρκυρας. Στα τέλη του 1937 μετατέθηκε στην Αθήνα και απολύθηκε το 1938. Το 1940 κατατάχθηκε στη Βόρειο Ήπειρο. Ένα χρόνο αργότερα κινδύνεψε να πεθάνει από κοιλιακό τύφο και γύρισε στην Αθήνα. Το 1945 διορίστηκε διευθυντής προγράμματος της νεοσύστατης τότε Ελληνικής Ραδιοφωνίας με εισήγηση του Γιώργου Σεφέρη (παραιτήθηκε ένα χρόνο αργότερα) και συνεργάστηκε με τα περιοδικά Νέα Γράμματα και Αγγλοελληνική Επιθεώρηση. Από το 1948 ως το 1951 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, από όπου ταξίδεψε στην Ισπανία, την Ιταλία και την Αγγλία. Στο Λονδίνο γνωρίστηκε με το Mario Vitti και τον Pablo Picasso. Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα έγινε μέλος της Ομάδας των Δώδεκα (1952-1953), έγινε μέλος του Δ.Σ. του Θεάτρου Τέχνης(1953), του Ελληνικού Χοροδράματος (1955) και επαναδιορίστηκε στην Ελληνική Ραδιοφωνία (από το 1953 ως τη νέα παραίτησή του το 1954). Συνεργάστηκε με το Εθνικό Θέατρο και το Θέατρο Τέχνης ως μεταφραστής. Το 1960 πέθαναν η μητέρα του και ο αδελφός του Κωνσταντίνος. Από το 1961 ταξίδεψε στην Αμερική, τη Σοβιετική Ένωση, τη Βουλγαρία. Το 1965 χρονολογείται και η έναρξη της ενασχόλησής του με τη ζωγραφική και το κολάζ. Μετά το πραξικόπημα του 1967 κατέφυγε στο Παρίσι (1969) και το 1970 ταξίδεψε για τέσσερις μήνες στην Κύπρο (στην Κύπρο ξαναπήγε το 1973). Το 1974 έγινε πρόεδρος του Δ.Σ. της Ελληνικής Ραδιοφωνίας Τηλεόρασης. Πέθανε το Μάρτη του 1996 στην τελευταία του κατοικία στην οδό Σκουφά.

Η πρώτη επίσημη εμφάνιση του Οδυσσέα Ελύτη στο χώρο της λογοτεχνίας πραγματοποιήθηκε το 1939 με την έκδοση της πρώτης ποιητικής συλλογής του με τίτλο Προσανατολισμοί. Το 1942 δημοσίευσε το δοκίμιο Η αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Ανδρέα Κάλβου και το 1943 εκδόθηκε η ποιητική συλλογή του Ήλιος ο Πρώτος. Ακολούθησαν μεταξύ άλλων το Άξιον Εστί (1959), οι Έξι και μια τύψεις για τον ουρανό (1960), το Μονόγραμμα (στις Βρυξέλλες), το Φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη ομορφιά και ο Ήλιος ο Ηλιάτορας (1971), η Σαπφώ και ο Μικρός Ναυτίλος (1984), τα Ελεγεία της Οξώπετρας (1991), και οι τελευταίες του συλλογές Δυτικά της λύπης και Ο κήπος με τις αυταπάτες (1995).

Ο Οδυσσέας Ελύτης τιμήθηκε με το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1960), το Παράσημο Ταξίαρχου του Φοίνικος (1965), με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας (1979), με το Χρυσό Μετάλλιο Τιμής του Δήμου Αθηναίων (1982), με το βραβείο Μεσόγειος της Κοινότητας των Μεσογειακών Πανεπιστημίων (1988), με το Παράσημο του Ανώτατου Ταξίαρχου της Λεγεώνας της Τιμής στο Παρίσι (1989). Το 1972 αρνήθηκε βραβείο θεσπισμένο από τη δικτατορία και το 1977 αρνήθηκε την αναγόρευσή του ως Ακαδημαϊκού. Το 1987 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ των Πανεπιστημίων της Ρώμης και της Αθήνας. Εκτός από το ποιητικό του έργο στην Ελλάδα κυκλοφόρησαν ο τόμος κριτικών κειμένων του Ανοιχτά χαρτιά (1974), ποιητικές και θεατρικές μεταφράσεις του, δοκίμια και πεζογραφήματα. Εικαστικά έργα του παρουσιάστηκαν το 1980 σε έκθεση με κολάζ του και τίτλο Συνεικόνες στην Αθήνα, το 1988 στο Beaubourg της Γαλλίας και το 1992 στο Μουσείο μοντέρνας Τέχνης της Άνδρου.

Ο Οδυσσέας Ελύτης τοποθετείται από τους ιστορικούς της λογοτεχνίας στους κορυφαίους έλληνες ποιητές του αιώνα μας. Με την ποίησή του υπέταξε τα λεγόμενα ορθόδοξα σχήματα της λογοτεχνικής έκφρασης του υπερρεαλιστικού ρεύματος στην έκφραση της δια βίου πνευματικής αγωνίας του για τον ορισμό της νεοελληνικής ταυτότητας σε σχέση με τη Δύση. Έργα του μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες.

Ι.Ποίηση

  • Προσανατολισμοί. Αθήνα, 1936. (ανάτυπο από το περ. Τα Νέα Γράμματα1 , 11/1935, σ.585-588).
  • Οι κλεψύδρες του αγνώστου. Αθήνα, 1937. (ανάτυπο από τα “Επτά νυχτερινά επτάστιχα”, Μακεδονικές Ημέρες5 (Θεσσαλονίκη), 1-2/1937, σ.1-3.
  • Προσανατολισμοί. Αθήνα, Πυρσός, 1940.
  • Ήλιος ο Πρώτος μαζί με τις Παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα. Αθήνα, Ο Γλάρος, 1943.
  • Το Άξιον Εστί. Αθήνα, Ίκαρος, 1959.
  • Έξη και μια τύψεις για τον ουρανό. Αθήνα, Ίκαρος, 1960.
  • Άσμα ηρωικό και πένθιμο για το χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας. Αθήνα, Ίκαρος, 1962.
  • Θάνατος και ανάστασις του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Αθήνα, 1971.
  • Ο Ήλιος ο ηλιάτορας. Αθήνα, Ίκαρος, 1971.
  • Το φωτόδεντρο και Η δέκατη τέταρτη ομορφιά. Αθήνα, Ίκαρος, 1971.
  • Το Μονόγραμμα. Famagouste (Chypre), Les Editions de l’ Oiseau, 1971 (πρώτη έκδοση στην Αθήνα, Ίκαρος, 1972).
  • Τα ρω του έρωτα. Αθήνα, Αστερίας, 1972.
  • Ο Φυλλομάντης. Αθήνα, Αστερίας, 1973.
  • Τα ετεροθαλή. Αθήνα, Ίκαρος, 1974.
  • Villa Natacha . Θεσσαλονίκη, τραμ, 1973.
  • Η καλωσύνη στις λυκοποριές. Espana, Dimitri, 1977.
  • Μαρία Νεφέλη. Αθήνα, Ίκαρος, 1978.
  • Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας. Αθήνα, Ίκαρος, 1982.
  • Ωδή στη Σαντορίνη · Με ένα σχέδιο του Γεράσιμου Στέρη. Αθήνα, Αρχείο Θηραϊκών Μελετών – Συλλογή Δημήτρη Τσίτουρα, 1984.
  • Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου. Αθήνα, Ύψιλον/βιβλία, 1984.
  • Ο μικρός ναυτίλος. Αθήνα, Ίκαρος, 1985.
  • Ιουλίου λόγος. Αθήνα, 1991.
  • Τα ελεγεία της οξώπετρας · Προμετωπίδα Κώστα Πανιαρα. Αθήνα, Ίκαρος, 1991.
  • Η ποδηλάτισσα · Εικόνες Ελένη Καλοκύρη · Δημήτρης Καλοκύρης. Αθήνα, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1991.
  • Δυτικά της λύπης. Αθήνα, Ίκαρος, 1995.
  • Εκ του πλησίον. Αθήνα, Ίκαρος, 1998.

ΙΙ.Μεταφράσεις

  • Paul Eluard · Ποιήματα · Εισαγωγή και απόδοση Οδυσσέα Ελύτη. Αθήνα, τυπ. Σεργιάδη, 1936. (ανάτυπο των «Paul Eluard · Ποιήματα Ι-ΙΧ», Τα Νέα Γράμματα2, 3/1936, σ.232-236 και «Paul Eluard · (Une seule vision variee a l’ infini)», Τα Νέα Γράμματα2, 3/1936, σ.227-232)
  • Paul Eluard · Από το «Δημόσιο Ρόδο» · Ελληνική απόδοση Οδυσσέα Ελύτη. Αθήνα, τυπ. Σεργιάδη, 1936. (ανάτυπο από το «Paul Eluard · Από το Δημόσιο Ρόδο», Τα Νέα Γράμματα2, 11/1936, σ.854-860.
  • Pierre Jean Jouve · Ποιήματα · Εισαγωγή και απόδοση Οδυσσέα Ελύτη. Αθήνα, τυπ. Σεργιάδη, 1938. (ανάτυπο από τα «Pierre Jean Jouve · Ποιήματα Ι-ΧΧVΙΙ», Τα Νέα Γράμματα4, 10-12/1938, σ.761-773 και «Pierre Jean Jouve», Τα Νέα Γράμματα4, 10-12/1938, σ.754-760)
  • Ζαν Ζιρωντού · Νεράιδα · Ονειρόδραμα σε τρεις πράξεις · Μετάφραση Οδυσσέα Ελύτη. Αθήνα, Εταιρεία Σπουδών Σχολής Μωραΐτη, 1973.
  • Μπέρτολντ Μπρεχτ · Ο κύκλος με την κιμωλία στον Καύκασο · Θρύλος σε πέντε πράξεις · Μετάφραση Οδυσσέα Ελύτη. Αθήνα, Εταιρία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, 1974.
  • Δεύτερη Γραφή · Arthur Rimbaud – Comte de Lautreamont – Paul Eluard – Pierre Jean Jouve – Giuseppe Ungaretti – Federico Garcia Lorca – Vladimir Maiakovski. Αθήνα, Ίκαρος, 1976.
  • Σαπφώ · Ανασύνθεση και απόδοση Οδυσσέας Ελύτης. Αθήνα, Ίκαρος, 1984.
  • Ιωάννης · Η Αποκάλυψη · Μορφή στα νέα ελληνικά Οδυσσέας Ελύτης. Αθήνα, Ύψιλον/βιβλία, 1985.
  • Κριναγόρας · Μορφή στα ελληνικά Οδυσσέας Ελύτης. Αθήνα, Ύψιλον/βιβλία, 1987.
  • Ζαν Ζενέ, Οι Δούλες. Αθήνα, Ύψιλον/Βιβλία, 1994.

ΙΙΙ.Δοκίμιο – Πεζά – Λευκώματα

  • Ανοιχτά χαρτιά. Αθήνα, Αστερίας, 1974.
  • Ο ζωγράφος Θεόφιλος. Αθήνα, Αστερίας, 1973.
  • Η μαγεία του Παπαδιαμάντη. Αθήνα, Ερμείας, 1976.
  • Σηματολόγιον. Αθήνα, Ερμείας, 1977.
  • Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο. Θεσσαλονίκη, τραμ, 1978.
  • Το δωμάτιο με τις εικόνες · Κείμενο Ευγένιος Αρανίτσης. Αθήνα, Ίκαρος, 1986.
  • Ιδιωτική οδός. Αθήνα, Ύψιλον/βιβλία, 1989.
  • Τα δημόσια και τα ιδιωτικά. Αθήνα, Ίκαρος, 1990.
  • Οδυσσέας Ελύτης. Άνδρος, Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Ίδρυμα Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή, 1992.
  • Εν λευκώ. Αθήνα, Ίκαρος, 1992.
  • Οδυσσέας Ελύτης. Αθήνα, Ίκαρος, 1996.
  • Ο κήπος με τις αυταπάτες. Αθήνα, Ύψιλον/βιβλία, 1995. (από το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου)

Ενδεικτικά αποσπάσματα:

Λακωνικόν

O καημός του θανάτου τόσο με πυρπόλησε, που η λάμψη

μου επέστρεψε στον ήλιο.

Kείνος με πέμπει τώρα μέσα στην τέλεια σύνταξη της

πέτρας και του αιθέρος,

Λοιπόν, αυτός που γύρευα, ε ί μ α ι.

Ω λινό καλοκαίρι, συνετό φθινόπωρο,

Xειμώνα ελάχιστε,

H ζωή καταβάλλει τον οβολό του φύλλου της ελιάς

Kαι στη νύχτα μέσα των αφρόνων μ’ ένα μικρό τριζόνι

κατακυρώνει πάλι το νόμιμο του Aνέλπιστου.

(Έξη και μία τύψεις για τον ουρανό, Ίκαρος 1960)

Ζ’

Ήρθαν

ντυμένοι «φίλοι»

αμέτρητες φορές οι εχθροί μου

το παμπάλαιο χώμα πατώντας.

Και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους.

Έφεραν

τον Σοφό, τον Οικιστή και τον Γεωμέτρη

Βίβλους γραμμάτων και αριθμών

την πάσα Υποταγή και Δύναμη

το παμπάλαιο φως εξουσιάζοντας.

Και το φως δεν έδεσε ποτέ με τη σκέπη τους.

Ούτε μέλισσα καν δε γελάστηκε το χρυσό ν’ αρχινίσει παιχνίδι·

ούτε ζέφυρος καν, τις λευκές να φουσκώσει ποδιές.

Έστησαν και θεμέλιωσαν

στις κορφές, στις κοιλάδες, στα πόρτα

πύργους κραταιούς κι επαύλεις

ξύλα και άλλα πλεούμενα

τους Νόμους, τους θεσπίζοντας τα καλά και συμφέροντα

στο παμπάλαιο μέτρο εφαρμόζοντας.

Και το μέτρο δεν έδεσε ποτέ με τη σκέψη τους.

Ούτε καν ένα χνάρι Θεού στην ψυχή τους σημάδι δεν άφησε·

ούτε καν ένα βλέμμα ξωθιάς τη μιλιά τους δεν είπε να πάρει.

Έφτασαν

ντυμένοι «φίλοι»

αμέτρητες φορές οι εχθροί μου

τα παμπάλαια δώρα προσφέροντας.

Και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε

παρά μόνο σίδερο και φωτιά.

Στ’ ανοιχτά που καρτέραγαν δάχτυλα

μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.

Μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.

Η’

Ήρθαν

με τα χρυσά σιρίτια

τα πετεινά του Βορρά και της Ανατολής τα θηρία!

Και τη σάρκα μου στα δύο μοιράζοντας

και στερνά στο συκώτι μου επάνω ερίζοντας

έφυγαν.

«Γι’ αυτούς» είπαν «ο καπνός της θυσίας

και για μας της φήμης ο καπνός

αμήν.»

Και την ηχώ σταλμένη από τα περασμένα

όλοι ακούσαμε και γνωρίσαμε.

Την ηχώ γνωρίσαμε και ξανά

με στεγνή φωνή τραγουδήσαμε:

Για μας, για μας το ματωμένο σίδερο

κι η τριπλά εργασμένη προδοσία.

Για μας η αυγή στο χάλκωμα

και τα δόντια τα σφιγμένα ως την ώρα την ύστερη

ο δόλος και τ’ αόρατο γάγγαμο.

Για μας το σύρσιμο στη γης

ο κρυφός όρκος μες στα σκοτεινά

των ματιών η απονιά

κι η ποτέ καμιά, καμιά ποτέ Ανταπόδοση.

Αδελφοί μας εγέλασαν!

«Γι’ αυτούς» είπαν «ο καπνός της θυσίας

και για μας της φήμης ο καπνός

αμήν.»

Αλλά συ μες στο χέρι μας το λύχνο του άστρου

με το λόγο σου άναψες, του αθώου στόμα

θύρα της Παράδεισος!

Την ισχύ του καπνού στο μέλλον βλέπουμε

της πνοής σου παίγνιο

και το κράτος και τη βασιλεία του!

( Άξιον Εστί, 1959)

IV

Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ’ ακούς

Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ’ ακούς

Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό, μ’ ακούς

Μαχαίρι

Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς

Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ’ ακούς

Είμ’ εγώ, μ’ ακούς

Σ’ αγαπώ, μ’ακούς

Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ

Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ’ ακούς

Που μ’ αφήνεις, που πας και ποιος, μ’ ακούς

Σου κρατεί το χέρι πάνω απ’ τους κατακλυσμούς

Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες

Θα ‘ρθει μέρα, μ’ ακούς

Να μας θάψουν, κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι

Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ’ ακούς

Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ’ ακούς

Των ανθρώπων

Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει

Στα νερά ένα ένα, μ’ ακούς

Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ’ ακούς

Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ’ ακούς

Όπου κάποτε οι φιγούρες

Των Αγίων

Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’ ακούς

Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ’ ακούς

Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω

Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς

Πουθενά δεν πάω, μ’ ακούς

Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ’ ακούς

Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ’ ακούς

Της αγάπης

Μια για πάντα το κόψαμε

Και δε γίνεται ν’ ανθίσει αλλιώς, μ’ ακούς

Σ’ άλλη γη, σ’ άλλο αστέρι, μ’ ακούς

Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας

Που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ’ ακούς

Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ’ άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ ακούς

Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ ακούς

Μες στη μέση της θάλασσας

Από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ’ ακούς

Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ ακούς

Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς

Άκου, άκου

Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει -ακούς;

Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει -ακούς;

Είμ’ εγώ που φωνάζω κι είμ’ εγώ που κλαίω, μ’ ακούς

Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μ’ ακούς.

(Μονόγραμμα, 1971)

Έχει και η Ψυχή τον δικό της Κονιορτό

Έχει και η ψυχή τον δικό της κονιορτό που εάν σηκωθεί μέσα μας αέρας, αλίμονο. Oι ορμές χτυπάνε στα παράθυρα, τα τζάμια θρυμματίζονται. Λίγοι ξέρουν ότι ο υπερθετικός στα αισθήματα σχηματίζεται με το φως, όχι με τη δύναμη. Kι ότι χρειάζεται χάδι εκεί που βάζουν μαχαίρι. Ότι ένας κοιτώνας με τη μυστική συνεννόηση των σωμάτων μάς παρακολουθεί παντού και μας παραπέμπει στην αγιότητα χωρίς συγκατάβαση.

A ! όταν η στιγμή φτάσει να καθίσουμε κι εμείς πάνω στο πεζούλι κάποιας Aγίας Πρέκλας εν μέσω αγριοσυκών, μορεών με ερυθρούς καρπούς, εις έρημον τόπον, απόκρημνον ακτήν, τότε η μικρή Kουμπώ μ’ ένα κερί στο χέρι θα σηκωθεί στις μύτες των ποδιών να φτάσει εκεί ψηλά, μέσα στον αναστεναγμό μας, όλα τα εύφλεκτα: πάθη, πείσματα, φωνές οργής, μυριάδες έντομα χρωματιστούλια που να λαμπαδιάσει ο τόπος !

(O μικρός ναυτίλος, Ίκαρος 1985)

Ο ασυγχρονισμός της φύσης και του ανθρώπου έφερε τον ασυγχρονισμό της ψυχής και του σώματος. Όπου δεν ακούγεται αηδόνι, ακούγεται κοκτέιλ Μολότωφ. Τα πουλιά εκδικούνται, δε  φοίτησαν αυτά ποτέ τους στο Κατηχητικό.

(ΠΡΩΤΑ ΠΡΩΤΑ Η ΠΟΙΗΣΗ “ΑΝΟΙΧΤΑ ΧΑΡΤΙΑ” Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ)

XXVII

Άργησα πολύ να καταλάβω τι σημαίνει ταπεινοσύνη και φταίνε αυτοί

που μου μάθανε να την τοποθετώ στον άλλο πόλο της υπερηφάνειας.

Πρέπει να εξημερώσεις την ιδέα της ύπαρξης μέσα σου για να

την καταλάβεις.

Μια μέρα που ένιωθα να μ’ έχουν εγκαταλείψει όλα και μια μεγάλη

θλίψη να πέφτει αργά στην ψυχή μου, τράβηξα, κει που περπατούσα

μες στα χωράφια χωρίς σωτηρία, ένα κλωνάρι άγνωστου θάμνου.

Το ‘κοψα και το ‘φερα στο απάνω χείλι μου. Ευθύς αμέσως κατάλαβα

ότι ο άνθρωπος είναι αθώος. Το διάβασα σ’ αυτή τη στυφή από αλήθεια

ευωδιά τόσο έντονα που πήρα να προχωρώ το δρόμο της μ’ ελαφρύ

βήμα και καρδιά ιεραποστόλου. Ώσπου, σε μεγάλο βάθος, μου

έγινε συνείδηση πια ότι όλες οι θρησκείες λέγανε ψέματα.

Ναι, ο Παράδεισος δεν ήταν μια νοσταλγία. Ούτε, πολύ περισσότερο,

μια ανταμοιβή. Ήταν ένα δικαίωμα.

(Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ, Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ)

 

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s