Κική Δημουλά

Διακεκριμένη και πολυβραβευμένη ποιήτρια της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, με μεγάλη απήχηση στο αναγνωστικό κοινό. Η Κική Δημουλά (Κική Ράδου) γεννήθηκε στην Αθήνα τον Ιούνιο του 1931. Το 1954 παντρεύτηκε τον ποιητή και πολιτικό μηχανικό Άθω Δημουλά και απέκτησαν δύο παιδιά. Έζησαν μαζί 31 χρόνια (το 1985 έχασε το σύζυγό της). Εργάστηκε για 25 χρόνια στην Τράπεζα της Ελλάδος (από το 1949 ως το 1974). Τιμήθηκε δύο φορές με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1972 και 1989), ενώ το 2001 έλαβε το Αριστείο των Γραμμάτων της Ακαδημίας Αθηνών και το Χρυσό Σταυρό Τιμής. Το 2002 έγινε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών (η τρίτη γυναίκα ακαδημαϊκός μαζί με τη Γαλάτεια Σαράντη και την Αγγελική Λαΐου) και είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

Εξέδωσε τις ακόλουθες ποιητικές συλλογές: Ποιήματα (1952), Έρεβος (1956), Ερήμην (1958),  Επί τα ίχνη (Εύφημη μνεία από την Ομάδα των Δώδεκα 1963), Το λίγο του κόσμου (Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης 1971), Το τελευταίο σώμα μου (1981),  Χαίρε Ποτέ (Κρατικό Βραβείο Ποίησης 1988),  Η εφηβεία της λήθης (Βραβείο Κώστα και Ελένης Ουράνη 1994),  Ποιήματα (συγκεντρωτική έκδοση 1998),  Ενός λεπτού μαζί (1998), Ήχος απομακρύνσεων (2001), Ο φιλοπαίγμων μύθος (Κείμενο που εκφώνησε κατά την υποδοχή της στην Ακαδημία Αθηνών στις 11 Νοεμβρίου 2003), Χλόη θερμοκηπίου (2005), Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως (2007),                       Τα εύρετρα ( 2010).

Πεζά: Ο φιλοπαίγμων μύθος, Ίκαρος 2004 (Η ομιλία που εκφώνησε η Κική Δημουλά στην Ακαδημία Αθηνών κατά την τελετή υποδοχής της.), Εκτός σχεδίου, Ίκαρος 2005 (Επιλογή πεζών κειμένων.), Έρανος σκέψεων, Ίκαρος 2009 (Η ομιλία της Κικής Δημουλά στην Αρχαιολογική Εταιρεία στις 26 Ιανουαρίου 2009.)

Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, τα Γαλλικά, τα Ισπανικά, τα Ιταλικά, τα Πολωνικά, τα Βουλγάρικα, τα Γερμανικά και τα Σουηδικά.

Κική Δημουλά – Αυτο-βιογραφικό

«Ένα βιογραφικό σημείωμα πρέπει , αφού γραφτεί, να μείνει επ’ αρκετόν καιρό κρεμασμένο στον αέρα από ένα τσιγκέλι αυστηρότητας, ώστε να στραγγίξουν καλά τα στερεότυπα, οι ωραιοποιήσεις, η ρόδινη παραγωγικότης και ο πρόσθετος ναρκισσισμός, πέραν εκείνου που ενυπάρχει στη φύση μιας αυτοπαρουσίασης. Μόνον έτσι βγαίνει το καθαρό βάρος: το ήθος που επέβαλες να τηρεί η προσπάθειά σου.

Τα πόσα βιβλία έγραψε κανείς, πότε τα εξέδωσε, ποιες μεταφράσεις τα μεταναστεύουν σε μακρινές ξένες γλώσσες και ποιες διακρίσεις τα χειροκροτούν είναι τόσο τρέχοντα, όσο το να πεις ότι μέσα σ’ έναν βαρύτατο χειμώνα υπήρξαν και κάποιες μέρες με λαμπρή λιακάδα.

Ωστόσο, επειδή αυτό είναι το υλικό της πεπατημένης, που δεν μπορεί να συνεχίσει τη χάραξή της με συνεσταλμένες καινοτόμες επιφυλάξεις, γεννήθηκα στην Αθήνα το 1931. Η παιδική ηλικία πέρασε χωρίς να αναδείξει το «παιδί θαύμα». Το 1949, τελειώνοντας το Γυμνάσιο, υπέκυψα εύκολα στο «πρέπει να εργαστείς», και εργάστηκα στην Τράπεζα της Ελλάδος είκοσι πέντε χρόνια.

Ανώτερες σπουδές: η μακρά ζωή μου κοντά στον ποιητή Άθω Δημουλά. Χωρίς εκείνον, είμαι σίγουρη ότι θα είχα αρκεστεί σε μια ρεμβαστική, αμαθή τεμπελιά, προς την οποίαν, ίσως και σοφά, ακόμα ρέπω. Του οφείλω το λίγο έστω που της ξέφυγα, την ατελή έστω μύησή μου στο τι είναι απλώς φωνήεν στην ποίηση και τι είναι σύμφωνον με την ποίηση, του οφείλω ακόμα την πικρότατη δυνατότητα να μπορώ σήμερα, δημόσια, να τον μνημονεύω εις επήκοον της πολυπληθούς λήθης.

Αυταπαρνητική, παραχωρήθηκα στο ρόλο της μητέρας και με τρυφερή γενναιότητα άκουσα να προσφωνούμαι «γιαγιά». Κυλώ τώρα με ψυχραιμία και χωρίς βλέψεις διαιωνίσεως μέσα σ΄ αυτές τις νέες παρακαμπτήριες του αίματός μου. Κυλώ και, όσο πλησιάζω στις εκβολές, όλο και ονειρεύομαι ότι θα μου πετάξει η ποίηση ένα σωσίβιο ποίημα.

Δεν νιώθω δημιουργός. Πιστεύω ότι είμαι ένας έμπιστος στενογράφος μια πολύ βιαστικής πάντα ανησυχίας, που κατά καιρούς με καλεί και μου υπαγορεύει κρυμμένη στο ημίφως ενός παραληρήματος, ψιθυριστά, ασύντακτα και συγκεκομμένα, τις ακολασίες της με έναν άγνωστο τρόπο ζωής. Όταν μετά αρχίζω να καθαρογράφω, τότε μόνον, παρεμβαίνω κατ’ ανάγκην: όπου λείπουν λέξεις, φράσεις ολόκληρες συχνά και το νόημα του οργίου, προσθέτω εκεί δικές μου λέξεις, δικές μου φράσεις, το δικό μου όργιο στο νόημα, ότι τέλος πάντων έχει περισσέψει από δικές μου ακολασίες με έναν άλλον, άγνωστο τρόπο ζωής.

Τόσο μεταχειρισμένη και υπηρεσιακή είναι η ανάμειξή μου στη δημιουργία. Φύσει ολιγογράφος, εξέδωσα οκτώ ποιητικές συλλογές μέσα σε σαράντα πέντε χρόνια. Η σημασία τους είναι ακόμα συμβατική. Είναι γραμμένη στη λίστα αναμονής των μεγάλων επερχόμενων κυμάτων του μετα-κριτή χρόνου.»

Σημείο Αναγνωρίσεως

άγαλμα γυναίκας με δεμένα χέρια

Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,

εγώ σε πρσφωνώ γυναίκα κατευθείαν.

Στολίζεις κάποιο πάρκο.

Από μακριά εξαπατάς.

Θαρρεί κανείς πώς έχεις ελαφρά ανακαθήσει

να θυμηθείς ένα ωραίο όνειρο πού είδες,

πώς παίρνεις φόρα να το ζήσεις.

Από κοντά ξεκαθαρίζει το όνειρο:

δεμένα είναι πισθάγκωνα τα χέρια σου

μ’ ένα σκοινί μαρμάρινο

κι η στάση σου είναι η θέλησή σου

κάτι να σε βοηθήσει να ξεφύγεις

την αγωνία του αιχμάλωτου.

Έτσι σε παραγγείλανε στο γλύπτη:

αιχμάλωτη.

Δεν μπορείς

ούτε μια βροχή να ζυγίσεις στο χέρι σου,

ούτε μια ελαφριά μαργαρίτα.

Δεμένα είναι τα χέρια σου.

Και δεν είν’ το μάρμαρο μόνο ο Άργος.

Αν κάτι πήγαινε ν’ αλλάξει

στην πορεία των μαρμάρων,

αν άρχιζαν τ’ αγάλματα αγώνες

για ελευθερίες και ισότητες,

όπως οι δούλοι,

οι νεκροί

και το αίσθημά μας,

εσύ θα πορευόσουνα

μες στην κοσμογονία των μαρμάρων

με δεμένα πάλι τα χέρια, αιχμάλωτη.

 

Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,

εγώ σε λέω γυναίκα αμέσως.

Όχι γιατί γυναίκα σε παρέδωσε

στο μάρμαρο ο γλύπτης

κι υπόσχονται οι γοφοί σου

ευγονία αγαλμάτων,

καλή σοδειά ακινησίας.

Για τα δεμένα χέρια σου, πού έχεις

όσους πολλούς αιώνες σε γνωρίζω,

σε λέω γυναίκα.

Σε λέω γυναίκα

γιατ’ είσ’ αιχμάλωτη.

(Το λίγο του κόσμου, 1971)

 

Tο σπάνιο δώρο 

Kαινούργιες θεωρίες.

Tα μωρά δεν πρέπει να τ’ αφήνετε να κλαίνε.

Aμέσως να τα παίρνετε αγκαλιά. Aλλιώς

υπόκειται σε πρόωρη ανάπτυξη

το αίσθημα εγκατάλειψης ενηλικιώνεται

αφύσικα το παιδικό τους τραύμα

βγάζει δόντια μαλλιά νύχια γαμψά μαχαίρια.

 

Για τους μεγάλους, ούτως ειπείν τους γέροντες

–ό,τι δεν είναι άνοιξη είναι γερόντιο πια–

ισχύουν πάντα οι παμπάλαιες απόψεις.

Ποτέ αγκαλιά. Aφήστε τους να σκάσουνε στο κλάμα

μέχρι να τους κοπεί η ανάσα

δυναμώνουν έτσι τα αποσιωπητικά τους.

Aς κλαίνε οι μεγάλοι. Δεν έχει αγκαλιά.

Γεμίστε μοναχά το μπιμπερό τους

με άγλυκην υπόσχεση –δεν κάνει να παχαίνουν

οι στερήσεις– πως θά ‘ρθει μία και καλή

να τους επικοιμήσει λιπόσαρκα

η αγκαλιά της μάνας τους.

Bάλτε κοντά τους το μηχάνημα εκείνο

που καταγράφει τους θορύβους του μωρού

ώστε ν’ ακούτε από μακριά

αν είναι ρυθμικά μοναχική η αναπνοή τους.

Ποτέ μη γελαστείτε να τους πάρετε αγκαλιά.

Tυλίγονται άγρια

γύρω απ’ τον σπάνιο λαιμό αυτού του δώρου,

θα σας πνίξουν.

 

Tίποτα. Όταν σας ζητάνε αγκαλιά

μολών λαβέ μωρό μου, μολών λαβέ να απαντάτε.

(H εφηβεία της λήθης, Στιγμή 1994)

 

Βρετανικό μουσείο (Ελγίνου μάρμαρα)

Στην ψυχρή του Μουσείου αίθουσα

την κλεμμένη, ωραία, κοιτώ

μοναχή Καρυάτιδα.

Το σκοτεινό γλυκύ της βλέμμα

επίμονα εστραμμένο έχει

στο σφριγηλό του Διονύσου σώμα

(σε στάση ηδυπαθείας σμιλευμένο)

που δυό βήματα μόνον απέχει.

Το βλέμμα το δικό του έχει πέσει

στη δυνατή της κόρης μέση.

Πολυετές ειδύλλιον υποπτεύομαι|

τους δυό αυτούς να ‘χει ενώσει.

Κι έτσι, όταν το βράδυ η αίθουσα αδειάζει

απ’ τους πολλούς, τους θορυβώδεις επισκέπτες,

τον Διόνυσο φαντάζομαι

προσεκτικά απ’ τη θέση του να εγείρεται

των διπλανών γλυπτών και αγαλμάτων

την υποψία μην κινήσει,

κι όλος παλμό να σύρεται

τη συστολή της Καρυάτιδας

με οίνον και με χάδια να λυγίσει.

 

Δεν αποκλείεται όμως έξω να ‘χω πέσει.

Μιαν άλλη σχέση ίσως να τους δένει

πιο δυνατή, πιο πονεμένη:

Τις χειμωνιάτικες βραδιές

και τις εξαίσιες του Αυγούστου νύχτες

τους βλέπω,

απ’ τα ψηλά να κατεβαίνουν βάθρα τους,

της μέρας αποβάλλοντας το τυπικό τους ύφος,

με νοσταλγίας στεναγμούς και δάκρυα

τους Παρθενώνες και τα Ερεχθεία που στερήθηκαν

στη μνήμη τους με πάθος ν’ ανεγείρουν.

(Ποιήματα, Ίκαρος, Αθήνα 2005)

 

Απόσπασμα από την εκπομπή “Η ζωή είναι αλλού”

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s