Change for a Dollar

Σενάριο και σκηνοθεσία: Sharon Wright

Μια υπέροχη δεκάλεπτη ταινία για τη δύναμη της πρόθεσης και την αλλαγή που ο καθένας από εμάς θα μπορούσε να επιφέρει στον κόσμο γύρω μας, κάθε μέρα, αν είχαμε περισσότερη ενσυναίσθηση και επίγνωση.

Περπατήστε στα βήματα ενός ανθρώπου που επηρεάζει τις ζωές πολλών άλλων, με μόλις ένα δολάριο, αποδεικνύοντας ότι δεν χρειάζονται πολλά για να γίνουμε η αφορμή για μια όμορφη αλλαγή στη ζωή κάποιου άλλου.

Το Πείραμα Συμμόρφωσης / The Asch Conformity Experiment

Tα πειράματα “συμμόρφωσης” του Asch, ήταν μία σειρά μελετών που δημοσιεύτηκαν τη δεκαετία του ’50, επιδεικνύοντας την δύναμη της συμμόρφωσης στις ομάδες. Γνωστό και ως το “Παράδειγμα του Ας”. Στα πειράματα, ζητούνταν από μία ομάδα να πάρει μέρος σε ένα δήθεν “οπτικό τεστ”. Στην πραγματικότητα, όλοι οι συμμετέχοντες πλην ενός ήταν συνεργάτες του ερευνητή, και το αντικείμενο της μελέτης ήταν το πώς αυτός ο ένας θα αντιδρούσε στην συμπεριφορά των “συνεννοημένων” συμμετεχόντων (κάτι σαν τα πάνελ στις ειδήσεις)

Στις παρούσες παραλλαγές γίνεται αναφορά και στο κατά πόσο επηρεάζεται η συμπεριφορά του υποκειμένου από τους παράγοντες της ύπαρξης συνεταίρου ή δυνατότητας ανώνυμης έκφρασης.

Τα βάθη της επιθυμίας

Το τι και το πώς της επιθυμίας μας συχνά βρίσκονται κρυμμένα σε λεπτομέρειες της παιδικής μας ηλικίας. «Διαβάζοντας»,  επομένως, την ιστορία των πρώτων χρόνων της ζωής μας αποκαλύπτουμε και το ιστορικό της επιθυμίας μας. Γυρίζοντας πίσω στο χρόνο φτάνουμε στο σημείο όπου μάθαμε για πρώτη φορά ν΄αγαπάμε μ΄έναν ορισμένο τρόπο. Μάθαμε να βιώνουμε ή όχι την απόλαυση, να εμπιστευόμαστε ή όχι τους άλλους, να μας δίνουν ή να μας αρνούνται; Ανταποκρίνονταν οι γονείς μας στις ανάγκες μας ή έπρεπε να προσαρμοζόμαστε εμείς στις δικές τους; Στρεφόμασταν σε αυτούς για προστασία ή εξαφανιζόμασταν από μπροστά τους για να προστατέψουμε τον εαυτό μας; Νιώθαμε απόρριψη; Ταπείνωση; Εγκατάλειψη; Μας καταπίεζαν; Μας προκαλούσαν ταραχή; Μας ηρεμούσαν; Μάθαμε να μην περιμένουμε πάρα πολλά, να κρυβόμαστε όταν είμαστε αναστατωμένοι, να κοιτάμε τον άλλον στα μάτια; Μέσα στην οικογένεια συναισθανόμαστε πότε μπορούμε άνετα να γίνουμε το επίκεντρο και πότε οι άλλοι μπορεί να πληγωθούν από τον υπερβολικό ενθουσιασμό μας. Αποκτάμε συναίσθηση του σώματος, του φύλου και της σεξουαλικότητάς μας. Και μαθαίνουμε έναν σωρό άλλα μαθήματα για το ποιοι και πώς πρέπει να είμαστε: να ανοιγόμαστε ή να κλεινόμαστε στον εαυτό μας, να τραγουδάμε ή να ψιθυρίζουμε, να κλαίμε ελεύθερα ή να κρύβουμε τα δάκρυά μας, να τολμάμε ή να φοβόμαστε.

Όλες αυτές οι εμπειρίες διαμορφώνουν την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας και τις προσδοκίες μας για τους άλλους.  Τις κουβαλάμε σαν προίκα στην ενήλικη αγάπη, σαν «καρτέλα συναισθηματικής απόδοσης». Ένα μέρος τους είναι εμφανές και έκδηλο, αλλά το μεγαλύτερο παραμένει κρυφό ακόμη και από τον ίδιο μας τον εαυτό.

Η σεξουαλική προτίμηση διαμορφώνεται από τις συγκινήσεις των πρώτων χρόνων της ζωής μας. Αυτές σχετίζονται άμεσα με την ικανότητά μας για συναισθηματική εγγύτητα και απόλαυση- γι΄αυτό, άλλωστε και ανατρέχουμε στο παρελθόν της επιθυμίας μας. Τι μας ερεθίζει και τι μας «ξενερώνει»; Τι μας έλκει; Τι μας απωθεί; Γιατί; Πόση εγγύτητα αντέχουμε; Αντέχουμε την απόλαυση με το άτομο που αγαπάμε;

*Απόσπασμα από το βιβλίο της Esther Perel, Ερωτική νοημοσύνη, εκδόσεις Κέλευθος

Η καλοσύνη

Η καλοσύνη σταματά όλους τους διαχωρισμούς, καταλύει τα προσωπικά μας όρια και επεκτείνει τον εαυτό μας.

Χρειάζεται όμως φροντίδα, στόχευση και  καλλιέργεια καθημερινή. Δεν εκφράζεται μόνον με χρήματα ή υλικά αγαθά, μπορεί να είναι και ένα δώρο της καρδιάς μας στους άλλους, μια έκφραση ευγένειας όταν πλησιάζουμε τους άλλους, μια καλημέρα που την εννοούμε, ένα ζεστό χαμόγελο, ή το να ακούσουμε με προσοχή και ενσυναίσθηση τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι άλλοι, χωρίς να τους κρίνουμε ή να δίνουμε συμβουλές.

Η καλοσύνη μας είναι ο καλύτερος δείκτης της εσωτερικής μας κατάστασης, αφού την εκφράζουμε μόνον όταν είμαστε τρυφεροί με τον εαυτό μας, όταν τον αγαπάμε και τον αποδεχόμαστε, ενώ ταυτόχρονα κάνουμε την υπέρβαση από το προσωπικό μας βόλεμα προς στη σύνδεση και τη σχέση με τους άλλους.

Τότε είναι που η ανιδιοτελής καλοσύνη κάνει τα μάτια μας να λάμπουν και αυτό είναι το δικό μας δώρο!

Νατάσσα Χαρέλα

Πώς ο Ερατοσθένης ανακάλυψε ότι η Γη είναι στρογγυλή, χιλιάδες χρόνια πριν

Ο δημοφιλής αστροφυσικός και αφηγητής Carl Sagan, μας εξηγεί το πώς ο Έλληνας μαθηματικός Ερατοσθένης ανακάλυψε ότι η Γη είναι στρογγυλή, και πώς κατάφερε να υπολογίσει την περιφέρειά της πριν 2.200 χρόνια.

Απόσπασμα από την επιστημονική σειρά “Cosmos”.

Πώς ο Ερατοσθένης ανακάλυψε ότι η Γη είναι στρογγυλή, χιλιάδες χρόνια πριν

Το επιθυμητό σώμα

Από κλινική άποψη, όταν στα πλαίσια μιας ψυχανάλυσης συναντούμε ανθρώπους που παραμελούν το σώμα τους, η πρόγνωση είναι απαισιόδοξη, γιατί αυτό σημαίνει ότι κανείς δεν τους επιθυμεί. Ο άνθρωπος που νιώθει επιθυμητός δεν παραμελεί ποτέ τον εαυτό του, δεν αναφέρομαι στην ομορφιά με την κοινή έννοια του όρου, αλλά στη γνώση που αποκτούμε γι’ αυτήν όταν νιώθουμε να μας αγαπούν. Μόνο μέσα από τη σχέση μας με έναν άνθρωπο συνειδητοποιούμε την προσωπική μας ομορφιά. Χωρίς σχέση, αυτή η γνώση είναι αδύνατη.

Να γιατί είναι ολέθρια η εντύπωση που αποκομίζουμε όταν συναντούμε ανθρώπους, για παράδειγμα στο χώρο μιας αναλυτικής διεργασίας, που απαρνιούνται το σώμα τους στους οποίους απουσιάζει το νόημα του σώματός τους.

Όταν μας επιθυμούν, ο τρόπος που αισθανόμαστε τον εαυτό μας δεν συμπίπτει  με την προσωπικότητά μας, αλλά με τη σαρκική μας υπόσταση κι αυτή η μεταμόρφωση οφείλεται στον πόθο. Αυτή η εμπειρία εγκυμονεί βέβαια και κινδύνους κι αυτό εξηγεί γιατί, τουλάχιστον στον δικό μας πολιτισμό, φοβόμαστε τόσο να γίνουμε αντικείμενο πόθου. Όταν συμβεί αυτό, εγκαταλείπουμε την υποκειμενικότητά μας και η υπόστασή μας ως ατόμων απειλείται. Ο καθένας μας μπορεί να αναγνωρίσει τον δικό του πανικό στα λόγια της Γιουρσενάρ όταν γράφει: «Θεέ μου, αφήνω ξανά στα χέρια σου το κορμί μου!» αυτή όμως ακριβώς η απώλεια της υποκειμενικότητας είναι που δημιουργεί τις προϋποθέσεις για να ζήσουμε μια νέα εμπειρία. Και σ’ αυτό το σημείο αρχίζει η σχεδόν απατηλή διαδικασία της ερωτικής σχέσης. Στην πραγματικότητα, αυτό που προσπαθούμε να συλλάβουμε με τη σωματική επαφή, βάζοντας τα χέρια μέσα στις πτυχές της σάρκας του άλλου, μυρίζοντας τη μυρωδιά του, χαϊδεύοντας τα μαλλιά του, απολαμβάνοντας τον, είναι η ατομικότητα του αγαπημένου μας, η υποκειμενικότητά του που περικλείει τις προσωπικές μοναδικές του εμπειρίες και τον διαφοροποιεί από τους άλλους. Η σπουδαιότερη επιτυχία μας είναι να εισέλθουμε σ’ αυτόν τον κόσμο και να τον κάνουμε δικό μας.

Είναι πλάνη να νομίζουμε ότι μπορούμε να κατακτήσουμε την υποκειμενικότητα του άλλου καθιστώντας τον αντικείμενο ως σάρκα, ως σώμα. Είναι πλάνη γιατί η σωματική επαφή, όσο ευχάριστη κι αν είναι, όσες συγκινήσεις και αν προσφέρει, δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να φανερώσει τα μυστήρια της αληθινής φύσης του άλλου. Είναι μια αντίφαση από την οποία κανείς δεν γλιτώνει.

*απόσπασμα από το βιβλίο του Aldo Carotenuto, Έρως και πάθος, εκδόσεις  Ίταμος

Ο εσωτερικός μονόλογος και η τέχνη της σιωπής

Από το σεμινάριο που έδωσε η (πνευματική δασκάλα) Γκάνγκατζι στο Βανκούβερ τον Ιούλιο του 2008, όπου οι συμμετέχοντες εξασκήθηκαν στη σιωπή (στο να περνάνε τη μέρα τους δίχως να μιλάνε — βλέπε «φλυαρούνε»).

Πώς να χτίσεις εμπιστοσύνη; Σπάσε την πρώτα

Τον μήνα που μας πέρασε, έγινε στο Πόρτλαντ, Όρεγκον, το World Summit on Organizational Development. Ανάμεσα σε άλλα, απόλαυσα τη συμμετοχή μου σε μια παρουσίαση του Adam Kahane με θέμα «Ανάπτυξη Οργανισμών: τι απαιτείται για τη λύση των δυσκολότερων προβλημάτων του παρόντος».

Απόλαυσα την ομιλία του. Ήταν διορατική και πρακτική. Και αστεία. Μιλώντας για τη συνεργασία, ο Kahane ανάρτησε μια διαφάνεια που απαριθμούσε τις προϋποθέσεις για αποτελεσματική συνεργασία ανάμεσα σε διαφορετικούς, ακόμη και ανταγωνιστικούς ενδιαφερόμενους. Οι συνήθεις ύποπτοι ήταν παρόντες: κοινό όραμα, συμφωνία για τους στόχους, εμπιστοσύνη, κλπ. Και μετά τους κατέρριψε έναν-έναν. Η πραγματικότητα της συνεργασίας στον 21ο αιώνα είναι αυτή: να γνωρίζεις πώς να συγκρούεσαι, να μπορείς να εργάζεσαι χωρίς εμπιστοσύνη και να αποποιείσαι την πολυτέλεια των κοινών στόχων και οραμάτων.

Μετά ο Kahane είπε το ακόλουθο, μια φράση που έχω χρησιμοποιήσει πολλές φορές: η εμπιστοσύνη δεν είναι προϋπόθεση για τη συνεργασία, είναι το αποτέλεσμα. Το επαναλαμβάνω: η εμπιστοσύνη δεν είναι προϋπόθεση για τη συνεργασία, είναι το αποτέλεσμα.

Η υπόθεση ότι χρειάζεται να ξεκινήσουμε με εμπιστοσύνη δεν είναι μόνο αφελής, είναι και αδύνατη. Παρ’ όλα αυτά, το ακούω συνέχεια στη δουλειά μου με ομάδες και οργανισμούς. Όταν ρωτάω ποιο είναι το πρόβλημα, οι άνθρωποι συχνά λένε «δεν εμπιστευόμαστε ο ένας τον άλλον» ή «χρειαζόμαστε περισσότερη εμπιστοσύνη σε αυτήν την ομάδα». Δεν καταλαβαίνω. Η έλλειψη εμπιστοσύνης είναι αποτέλεσμα, όχι αιτία. Πώς μπορεί να υπάρξει εμπιστοσύνη πριν τη συνεργασία;

Όταν οι άνθρωποι μιλούν για τη συνεργασία με αυτόν τον τρόπο, δεν μιλάνε για το χτίσιμο συνεργασίας, αλλά για την εγγύησή της: «πρώτα δημιούργησε τις συνθήκες για την απόλυτη επιτυχία δείχνοντας ότι δεν θα με απογοητεύσεις, κι έτσι αποδεικνύοντας ότι είσαι 100% έμπιστος και τότε μπορούμε να δουλέψουμε μαζί, να συνεργαστούμε.»

Η ζωή δεν λειτουργεί έτσι. Δεν μπορεί να εναποθέτουμε την ικανότητά μας για δράση και επιτυχία στις πράξεις του άλλου. Δεν μπορούμε να μετριάσουμε το ρίσκο. Δεν μπορούμε να εγγυηθούμε την επιτυχία ως αποτέλεσμα. Ούτε στην εργασία, ούτε στις σχέσεις. Εμπλεκόμαστε με ανθρώπους με τους οποίους δεν έχουμε δοκιμαστεί. Δεσμευόμαστε, παντρευόμαστε, υπογράφουμε δάνεια και κάνουμε παιδιά με ανθρώπους που δεν έχουν δοκιμαστεί. Γιατί; Γιατί χρειάζεται πολύς χρόνος για να γνωρίσεις πραγματικά έναν άλλον άνθρωπο.

Και τι γίνεται με εμάς; Κι εμείς δεν έχουμε αποδειχθεί. Ούτε εμείς γνωρίζουμε τον εαυτό μας ολοκληρωτικά. Δεν ξέρουμε ποιοι θα είμαστε σε πέντε χρόνια. Η ζωή μας αλλάζει. Η απώλεια, το πένθος, οικονομικές και προσωπικές δυσκολίες αλλάζουν το αξιακό μας σύστημα και την οπτική μας για τη ζωή. Ακόμη και στην κάθε στιγμή δεν μπορούμε να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς για τα κίνητρα και τα συναισθήματά μας. Έχουμε όρια, συγκρούσεις, εντάσεις, για τα οποία δεν γνωρίζουμε αρκετά.

Κι αυτό μας φέρνει στο δεύτερο πρόβλημα με την εμπιστοσύνη. Αν δεν κάνουμε αυτό το αντιληπτικό άλμα που περιγράφω και αν δεν δούμε ότι η εμπιστοσύνη χρειάζεται να κατακτηθεί, τότε έρχεται η δεύτερη παρανόηση για το πώς κατακτάται.

Πώς κερδίζουμε την εμπιστοσύνη; Φυσικά, αποδεικνύοντας ότι είμαστε αξιόπιστοι. Αλλά πώς είναι δυνατόν αυτό; Κανείς δεν είναι ολοκληρωτικά αξιόπιστος. Το ένοχο μυστικό της βιομηχανίας δισεκατομμυρίων για το χτίσιμο ‘εμπιστοσύνης και συνεργατικότητας’ είναι ότι η απόλυτη αξιοπιστία δεν είναι εφικτή. Θα απογοητεύσουμε ανθρώπους. Θα αποδειχθούμε αναξιόπιστοι. Όσο υπάρχουν κομμάτια του εαυτού μας για τα οποία δεν έχουμε επίγνωση, όσο μεγαλώνουμε ως άνθρωποι, θα έχουμε τυφλά σημεία. Θα λέμε ένα πράγμα, θα αισθανόμαστε άλλο και θα πράττουμε κάτι άλλο, χωρίς να έχουμε επίγνωση για αυτό.

  • Συμφωνούμε σε κάτι, παραβλέποντας την εξάντλησή μας γιατί δεν θέλουμε να απογοητεύσουμε τους άλλους, αλλά δεν έχουμε την ενέργεια να ολοκληρώσουμε αυτό που αναλάβαμε.
  • Συμφωνούμε να βοηθήσουμε γιατί παρακινούμαστε από την ανάγκη μας να είμαστε χρήσιμοι, αλλά φορτωνόμαστε περισσότερα από όσα αντέχουμε και τα παρατάμε.
  • Στην απελπισία μας για αναγνώριση συμμετέχουμε σε μια ομάδα με υψηλό προφίλ, αλλά αισθανόμαστε έξω από τα νερά μας και δεν μπορούμε να εκτελέσουμε αυτά που αναλαμβάνουμε.
  • Πληγωνόμαστε από την απόρριψη μιας ιδέας μας και ασυνείδητα κωλυσιεργούμε και γινόμαστε δύσκολοι στη συνεργασία.

Σε κάθε δεδομένη στιγμή, υπάρχουν εκατομμύρια λόγοι που η συμπεριφορά μας υπονομεύει την αξιοπιστία μας. Πώς χτίζουμε λοιπόν εμπιστοσύνη; Ποιον εμπιστεύομαι, αν κανείς δεν είναι πλήρως αξιόπιστος; Εμπιστεύομαι τους ανθρώπους που κάνουν λάθη, που αποτυγχάνουν στους στόχους τους, που μπορούν να το παραδεχτούν, να ζητήσουν συγγνώμη και να είναι ειλικρινείς για τις ελλείψεις τους. Η εμπιστοσύνη δεν αναπτύσσεται με την αποφυγή λαθών, αλλά με τα λάθη και την επιδιόρθωσή τους. Η εμπιστοσύνη δεν αναπτύσσεται με το να τηρείς τα λόγια σου, αλλά από το τι κάνεις όταν δεν τα τηρείς.

Σύμφωνα με την εμπειρία μου, η εμπιστοσύνη αναπτύσσεται με τα ακόλουθα:

  1. Σταμάτα να μετράς την εμπιστοσύνη ως ‘όλα ή τίποτα’. Είμαι άξια εμπιστοσύνης για κάποια πράγματα, αλλά όχι για άλλα. Να γνωρίζεις για ποια πράγματα είσαι άξια εμπιστοσύνης και να το κάνεις γνωστό και στους άλλους. Συμφιλιώσου με το γεγονός ότι οι άνθρωποι είναι εγγενώς αναξιόπιστοι και μάθε να δουλεύεις με αυτό αντί να παριστάνεις ότι μπορεί να το αποτρέψεις.
  2. Μάθε πώς να αναγνωρίζεις και να παραδέχεσαι τις ελλείψεις σου. Όσο περισσότερο γνωρίζουμε για τα όριά μας κι όσο περισσότερο μπορούμε να τα κουβεντιάζουμε με τους άλλους, τόσο πιο ενημερωμένοι και προετοιμασμένοι είναι όλοι. Η επιθυμία μας για τελειότητα μας κάνει να κρύβουμε τις ελλείψεις μας, κι αυτό μας κάνει αναξιόπιστους.
  3. Μάθε την τέχνη της συγγνώμης. Οι άνθρωποι που δεν μπορούν να ζητήσουν συγγνώμη προστατεύουν τον εαυτό του εις βάρος της συνεργασίας. Η συγγνώμη δεν είναι μόνο παραδοχή λάθους. Η συγγνώμη χρειάζεται να περιλαμβάνει κατανόηση, να εκφράζει την ενσυναίσθηση για τη δυσφορία ή δυσκολία που βιώνει ο άλλος άνθρωπος εξ αιτίας των πράξεών σου. Αν δεν γνωρίζεις και δεν αισθάνεσαι πραγματικά τις συνέπειες των πράξεών σου, δεν ζητάς πραγματική συγγνώμη.

Θα απογοητεύσουμε ο ένας τον άλλον. Αλλά ό,τι συμβαίνει μετά από αυτό είναι αυτό που χτίζει εμπιστοσύνη. Αυτό που βάζει τα θεμέλια για την εμπιστοσύνη είναι η ειλικρινής συζήτηση ανάμεσα στους ανθρώπους για τους περιορισμούς και τα θέματά τους.

*άρθρο της Julie Diamond, Ph.D.

πηγή: processworkhub.gr

Το θαύμα

Τι είναι αυτό που ζωντανεύει τον κόσμο μας; Είναι το θαύμα της αναπνοής. Αυτή φέρνει το δώρο της ζωής. Η ζωή είναι που κάνει όλα τα άλλα θαύματα εφικτά. Ότι μπορείς να υπάρχεις. Ότι μπορείς να σκέφτεσαι, ότι μπορείς να θαυμάζεις, ότι μπορείς να έχεις ευγνωμοσύνη στη ζωή σου.

Το βίντεο είναι από ομιλία του Πρεμ Ράβατ.

Το ονειροπόλημα και η παρατήρηση των συνηθειών

Το ονειροπόλημα είναι ακριβώς το αντίθετο της χρήσιμης νοητικής δραστηριότητας. Χρήσιμη σ’ αυτή την περίπτωση, σημαίνει δραστηριότητα που κατευθύνεται προς ένα συγκεκριμένο σκοπό και που έχει αναληφθεί για την επίτευξη ενός συγκεκριμένου αποτελέσματος. Το ονειροπόλημα δεν επιδιώκει κανένα σκοπό, δεν αγωνίζεται για κανένα αποτέλεσμα. Το κίνητρο του ονειροπολήματος βρίσκεται πάντοτε ή στο συναισθηματικό ή στο κινητικό κέντρο, αλλά η πραγματική διαδικασία γίνεται με το διανοητικό κέντρο. Η τάση να ονειροπολούμε οφείλεται εν μέρει στην οκνηρία του διανοητικού κέντρου, δηλαδή στις προσπάθειές του να αποφεύγει τις προσπάθειες τις σχετικές με εργασία που κατευθύνεται σ’ ένα συγκεκριμένο σκοπό και εν μέρει στην τάση του συναισθηματικού και του κινητικού κέντρου να επαναλαμβάνουν τα ίδια, να διατηρούν ζωντανά ή να αναπλάθουν τα βιώματα, τόσο τα ευχάριστα όσο και τα δυσάρεστα.

Η παρατήρηση της δραστηριότητας της φαντασίας και του ονειροπολήματος αποτελεί ένα πολύ σημαντικό μέρος της μελέτης του εαυτού.

Το επόμενο αντικείμενο παρατήρησης του εαυτού θα πρέπει να είναι οι συνήθειες, γενικά. Κάθε ενήλικας αποτελείται ολοκληρωτικά από συνήθειες, αν και τις περισσότερες φορές δεν το ξέρει και μάλιστα αρνείται ότι έχει οποιεσδήποτε συνήθειες. Αυτό δεν μπορεί να συμβεί ποτέ. Και τα τρία κέντρα είναι γεμάτα από συνήθειες και ο άνθρωπος δεν μπορεί ποτέ να γνωρίσει τον εαυτό του αν δεν έχει μελετήσει όλες του τις συνήθειες. Η παρατήρηση και η μελέτη των συνηθειών είναι ιδιαίτερα δύσκολη γιατί για να τις δει και να τις καταχωρήσει, πρέπει να ξεφύγει απ’ αυτές , να ελευθερωθεί απ’ αυτές, έστω και για μια στιγμή. Όσο ο άνθρωπος είναι σκλάβος μιας ορισμένης συνήθειας, δεν την παρατηρεί. Αλλά με την πρώτη κιόλας προσπάθεια, όσο ανίσχυρη κι αν είναι να την καταπολεμήσει τη νιώθει και την προσέχει. Γι αυτό, για να παρατηρήσει και να μελετήσει κανείς τις συνήθειες, πρέπει να προσπαθήσει να παλέψει κόντρα σ’ αυτές. Αυτό αποτελεί μια πρακτική μέθοδο παρατήρησης του εαυτού. Είπαμε πριν ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να αλλάξει τίποτε μέσα του, ότι το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να παρατηρεί και να καταγράφει. Αυτό είναι αλήθεια. Αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να  παρατηρήσει και να καταγράψει τίποτε αν δεν προσπαθήσει να παλέψει με τον εαυτό του, δηλαδή με τις συνήθειές του. Αυτή η πάλη δεν μπορεί να φέρει άμεσα αποτελέσματα, δηλαδή δεν μπορεί να οδηγήσει σε καμία αλλαγή, ιδιαίτερα σε καμία μόνιμη και διαρκή αλλαγή. Αλλά δείχνει τι υπάρχει. Χωρίς πάλη, ο άνθρωπος δεν μπορεί να δει από τι αποτελείται. Η πάλη με τις μικρές συνήθειες είναι πολύ δύσκολη και βαρετή. Αλλά χωρίς αυτή, η παρατήρηση του εαυτού είναι πράγμα αδύνατον.

Ακόμη και με την πρώτη απόπειρα να μελετήσει ο άνθρωπος μια υποτυπώδη δραστηριότητα του κινητικού κέντρου, προσκρούει σε συνήθειες. Για παράδειγμα, μπορεί κάποιος να θέλει να μελετήσει τις κινήσεις του, να θέλει να παρατηρήσει πώς βαδίζει. Αλλά δεν θα το κατορθώσει ποτέ, ούτε για λίγο, αν συνεχίσει να βαδίζει με το συνηθισμένο τρόπο. Αν όμως καταλάβει ότι ο συνηθισμένος τρόπος που βαδίζει αποτελείται από ορισμένου μήκους, ορισμένης ταχύτητας κ.τ.λ. και προσπαθήσει να τα αλλάξει. Δηλαδή να βαδίζει πιο γρήγορα ή πιο αργά, να κάνει μεγαλύτερα ή μικρότερα βήματα, θα μπορέσει να παρατηρήσει τον εαυτό του και να μελετήσει τις κινήσεις του καθώς βαδίζει. Αν κάποιος θέλει να παρατηρήσει τον εαυτό του καθώς γράφει, πρέπει να προσέχει πως κρατάει τον κονδυλοφόρο του και να τον κρατάει με διαφορετικό τρόπο απ’ ότι συνήθως. Μόνο τότε του είναι δυνατόν να παρατηρήσει. Για να παρατηρήσει κανείς τον εαυτό του πρέπει να προσπαθεί να μη βαδίζει με το συνηθισμένο του τρόπο, πρέπει να κάθεται σε ασυνήθιστες στάσεις, πρέπει να στέκεται όρθιος στις περιπτώσεις που συνηθίζει να κάθεται. Πρέπει να κάθεται στις περιπτώσεις που συνήθως στέκεται όρθιος και πρέπει να κάνει με το αριστερό του χέρι τις κινήσεις που συνηθίζει να κάνει με το δεξί του χέρι, και αντίστροφα. Όλα αυτά θα του επιτρέψουν να παρατηρήσει τον εαυτό του και να μελετήσει τις συνήθειες και τους συνειρμούς του κινητικού κέντρου.

Στη σφαίρα των συναισθημάτων, είναι πολύ χρήσιμο να προσπαθήσει να παλέψει κανείς ενάντια στη συνήθεια που έχει να εκφράζει όλα τα δυσάρεστα συναισθήματά του. Πολλοί το βρίσκουν πολύ δύσκολο να μην εκφράζουν τα συναισθήματά τους για τον κακό καιρό. Τους είναι ακόμη πιο δύσκολο να μην εκφράζουν δυσάρεστα συναισθήματα όταν αισθάνονται ότι κάτι ή κάποιος παραβιάζει αυτό που ίσως θεωρούν τάξη ή δικαιοσύνη.

Εκτός του ότι είναι μια πολύ καλή μέθοδος για παρατήρηση του εαυτού, η πάλη ενάντια στην έκφραση των δυσάρεστων συναισθημάτων έχει ταυτόχρονα, και μια άλλη σημασία. Είναι μία από τις λίγες κατευθύνσεις στις οποίες ο άνθρωπος μπορεί να αλλάξει τον εαυτό του ή τις συνήθειές του, χωρίς να δημιουργήσει άλλες ανεπιθύμητες συνήθειες. Γι αυτό η παρατήρηση του εαυτού και η μελέτη του εαυτού, πρέπει από την αρχή να συνοδεύονται από την πάλη ενάντια στην έκφραση των δυσάρεστων συναισθημάτων

Αν ο άνθρωπος ακολουθήσει όλους αυτούς τους κανόνες παρατηρώντας τον εαυτό του, θα καταγράψει μία ολόκληρη σειρά από πολύ σημαντικές όψεις του είναι του.

*Απόσπασμα από το βιβλίο του Πήτερ Ουσπένσκυ, Αναζητώντας τον κόσμο του θαυμαστού, εκδόσεις Πύρινος Κόσμος