Νικηφόρος Βρεττάκος, 1912 – 1991

 

Το καθαρότερο πράγμα της δημιουργίας

Δεν ξέρω, μα δεν έμεινε καθόλου σκοτάδι.

Ο ήλιος χύθηκε μέσα μου από χίλιες πληγές.

Και τούτη τη λευκότητα που σε περιβάλλω
δε θα την βρεις ούτε στις Άλπεις, γιατί αυτός ο αγέρας
στριφογυρνά ως εκεί ψηλά  και το χιόνι λερώνεται.
Και στο λευκό τριαντάφυλλο βρίσκεις μια ιδέα σκόνης.

Το τέλειο θαύμα θα το βρεις μοναχά μες στον άνθρωπο:
λευκές εκτάσεις που ακτινοβολούν αληθινά
στο σύμπαν και υπερέχουν.

Το πιο καθαρό
πράγμα λοιπόν της δημιουργίας  δεν είναι το λυκόφως,
ούτε ο ουρανός που καθρεφτίζεται μες στο ποτάμι, ούτε
ο ήλιος πάνω στης μηλιάς τα άνθη.

Είναι η αγάπη.

Έξοδος

Παίρνω και βγάζω περίπατο την ψυχή μου
κάθε που αρχίζει να σκληραίνει το χαμόγελό της.
Μου το λέει πεθύμησα τη βροχή,
τον ήλιο πάνω απ’ τα βουνά ή ανάμεσα απ’ τα σύννεφα
και τον αγέρα που γεννιέται αδιάκοπα στα δάση
όλος αρώματα και ουσίες, γάλα και μουσική.
Την οδηγώ σαν ένα ελάφι κάθε που διψά
μπρος στον τρεχούμενο, λαμπρό μαστό της αιωνιότητας,
ανανεώνει το αίμα, φως μέσα της κ’ επιστρέφει
στη ζωή πάλι, μ’ έναν
καινούργιο τόνο αθανασίας στο χαμόγελό της.

 

Η παράξενη παρουσία

Σα να σ’ έπλασε ο Θεός με αμεταχείριστο χώμα,
φως και νερό, είσαι ωραία
παράξενα.
Τα χέρια σου μοιάζουν
σαν ένας λαός συναγμένος που σκέφτεται
πάνω στο στήθος σου. Μια κολόνα ο λαιμός σου
που στηρίζει ένα αέτωμα. Μια κατασκήνωση
ειρήνης το γέλιο σου. Στ’ ορθό μέτωπό σου,
προσγειώνεται ο ήλιος παράξενα.
Είναι τα μαλλιά σου
Μια ημερωμένη καταιγίδα. Και τα μάτια σου είναι
η σοφία της σιωπής, η αρμονία της θύελλας,
το «αγαπάτε αλλήλους».

Το λυπημένο τραγούδι της νιότης μου

Είμαι κι εγώ
μια μικρή λεπτομέρεια
μέσα στην τραγική
ιστορία του σύμπαντος.
Τα κύτταρά μου διεχώρισα
σε άπειρα πολλοστημόρια
για να τ’ αγαπήσω όλα
όσα κινούνται στη γη,
όσα στων θαλασσών τα βάθη αναπαύονται
κι όσα στ’ αχανή μού διαφεύγουν.
Μα δε βρέθηκε τίποτε
μέσα στ’ άπειρα πλάσματα
μιαν αχτίδα τού ήλιου
να μου βάλει στο μέτωπο.
Χάνομαι τόσο νωρίς
στη γλαυκή απεραντοσύνη
γιατί δε μ’ αγάπησε τίποτε.

Να ρωτήσω…

Μετά πενήντα, εκατό χρόνια, θα ήθελα
να μου δινόταν το προνόμιο να βγάλω μέσα από ένα
παράθυρο το κεφάλι μου, να ρωτήσω,
με μία διακριτικότητα απέραντη, να μου ειπούν
αν χρειάστηκε στο μεταξύ η αγάπη μου στον κόσμο.

 

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s